Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

Δέκα Ἐντολές (http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/explanatory/10commandments.htm)

Ἡ παράδοση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ στὸν μεταπτωτικὸ ἄνθρωπο εἶναι κατὰ κάποιον τρόπο «φανέρωση» τῆς Θεότητάς Του πρὶν ἀπὸ τὴν Σάρκωση. Γιατὶ οἱ ἐντολὲς δὲν ἀποτελοῦν ἁπλῶς ἕνα νομικὸ κώδικα - πρὸς τὸν ὁποῖον ὅταν συμμορφωθεῖ ὁ ἄνθρωπος ποὺ δουλεύει στὸ «παρὰ φύσιν» θὰ ἀμοιφθεῖ μὲ τὴν σωτηρία- σὰν ἐξωτερικὴ ἐπιβράβευση τοῦ ἀγώνα του ἀλλὰ ἀποτελοῦν «προβολὴ τῆς Αἰωνιότητας στὸ γήινο ἐπίπεδο». Γι᾿ αὐτὸ ὁδηγοῦν στὴν κάθαρση καὶ «διὰ τῆς κοινωνίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» στὴ «θεία μετουσία».
Οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, κατὰ συνέπεια, δὲν εἶναι ἕνα εὐσεβιστικὸ καὶ ἠθικὸ κιγκλίδωμα ποὺ καλεῖται νὰ ἀσφαλίζει τὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ συμμόρφωση τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ γίνεται ἀγωγός της ζωῆς τοῦ Θεοῦ στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου.

Ἀρχιμανδρίτης Σωφρόνιος (Σαχάρωφ)

Τὸ μυστικὸ τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης εἶναι τοῦτο: δὲν θέλει μονάχα νὰ ζεῖ, μὰ καὶ νὰ ξέρει γιατί ζεῖ.
Ἡ ὀμορφιά (=ἀλήθεια) θὰ σώσει τὸν κόσμο (Ντοστογιέφσκι)





Πρωτότυπο κείμενο (Ἔξοδος Κ´, 1-18)
1 Καὶ ἐλάλησε Κύριος πάντας τοὺς λόγους τούτους λέγων· 2 ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, ὅστις ἐξήγαγόν σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ἐξ οἴκου δουλείας. 3 οὐκ ἔσονταί σοι θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ. 4 οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκάτω τῆς γῆς. 5 οὐ προσκυνήσεις αὐτοῖς, οὐδὲ μὴ λατρεύσεις αὐτοῖς· ἐγὼ γάρ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, Θεὸς ζηλωτής, ἀποδιδοὺς ἁμαρτίας πατέρων ἐπὶ τέκνα, ἕως τρίτης καὶ τετάρτης γενεᾶς τοῖς μισοῦσί με 6 καὶ ποιῶν ἔλεος εἰς χιλιάδας τοῖς ἀγαπῶσί με καὶ τοῖς φυλάσσουσι τὰ προστάγματά μου. 7 οὐ λήψει τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπί ματαίῳ· οὐ γὰρ μὴ καθαρίσῃ Κύριος ὁ Θεός σου τὸν λαμβάνοντα τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐπὶ ματαίῳ. 8 μνήσθητι τὴν ἡμέρα τῶν σαββάτων ἁγιάζειν αὐτήν. 9 ἓξ ἡμέρας ἐργᾷ καὶ ποιήσεις πάντα τὰ ἔργα σου· 10 τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ σάββατα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου· οὐ ποιήσεις ἐν αὐτῇ πᾶν ἔργον, σὺ καὶ ὁ υἱός σου καὶ ἡ θυγάτηρ σου, ὁ παῖς σου καὶ ἡ παιδίσκη σου, ὁ βοῦς σου καὶ τὸ ὑποζύγιόν σου καὶ πᾶν κτῆνός σου καὶ ὁ προσήλυτος ὁ παροικῶν ἐν σοί. 11 ἐν γὰρ ἓξ ἡμέραις ἐποίησε Κύριος τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς καὶ κατέπαυσε τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ· διὰ τοῦτο εὐλόγησε Κύριος τὴν ἡμέραν τὴν ἑβδόμην καὶ ἡγίασεν αὐτήν. 12 τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου, ἵνα εὖ σοι γένηται, καὶ ἵνα μακροχρόνιος γένῃ ἐπὶ τῆς γῆς τῆς ἀγαθῆς, ἧς Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι. 13 οὐ μοιχεύσεις. 14 οὐ κλέψεις. 15 οὐ φονεύσεις. 16 οὐ ψευδομαρτυρήσεις κατὰ τοῦ πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδῆ. 17 οὐκ ἐπιθυμήσεις τὴν γυναῖκα τοῦ πλησίον σου. οὐκ ἐπιθυμήσεις τὴν οἰκίαν τοῦ πλησίον σου οὔτε τὸν ἀγρὸν αὐτοῦ οὔτε τὸν παῖδα αὐτοῦ οὔτε τὴν παιδίσκην αὐτοῦ οὔτε τοῦ βοὸς αὐτοῦ οὔτε τοῦ ὑποζυγίου αὐτοῦ οὔτε παντὸς κτήνους αὐτοῦ οὔτε ὅσα τῷ πλησίον σου ἐστί.


--------------------------------------------------------------------------------

Δέκα ἐντολές
1. Ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, οὐκ ἔσονται σοὶ θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἑμοῦ.

2. Οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκάτω τῆς γῆς.

3. Οὐ λήψει τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπὶ ματαίῳ.

4. Ἓξ ἡμέρας ἔργα καὶ ποιήσεις πάντα τὰ ἔργα σου. Τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ σάββατα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου.

5. Τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου, ἵνα εὖ σοι γένηται καὶ ἵνα μακροχρόνιος γένῃ ἐπὶ τῆς γῆς.

6. Οὐ μοιχεύσεις.

7. Οὐ κλέψεις.

8. Οὐ φονεύσεις.

9. Οὐ ψευδομαρτυρήσεις κατὰ τοῦ πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδῆ.

10. Οὐκ ἐπιθυμήσεις πάντα ὅσα τῷ πλησίον σου ἐστι.


--------------------------------------------------------------------------------

Ἑρμηνεία
Κείμενο: Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (14ος αἰ.)
Ἀπόδοση στὴ νεοελληνικὴ γλώσσα: Χριστόδουλος, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος
Ἔκδοση: Ἱερὰ Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀθηνῶν.

1. Ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, οὐκ ἔσονται σοὶ θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ.

Ἕνας Κύριος εἶναι ὁ Κύριος ὁ Θεός σου, Αὐτὸς ποὺ φανερώνεται (μὲ τρία πρόσωπα, δηλ.) σὰν Πατέρας καὶ σὰν Υἱὸς καὶ σὰν Ἅγιο Πνεῦμα. Σὰν Πατέρας μὲν ἀγέννητος, σὰν Υἱὸς δὲ γεννητὸς (μέν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ πάλι) χωρὶς ἀρχή, καὶ πέρα ἀπὸ τὸν χρόνο, καὶ χωρὶς νὰ πάθει καμμία ἀλλοίωση, σὰν Λόγος (τοῦ Θεοῦ Πατρός). Αὐτὸς δὲ ὀνομάζεται Χριστός, γιατὶ ἔχρισε (δηλ. ἁγίασε) μὲ τὸ νὰ ἀναλάβει ὁ ἴδιος τὸ δικό μας (ἀνθρώπινο) εἶδος. Καὶ σὰν Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ καὶ Αὐτὸ προέρχεται ἀπὸ τὸν Πατέρα, ὄχι γιατὶ γεννήθηκε ἀπ᾿ Αὐτόν, ἀλλὰ γιατὶ Αὐτὸς Τὸ στέλνει. Αὐτὸς μόνο εἶναι Θεός. Καὶ μάλιστα ὁ ἀληθινὸς Θεός, ὁ ἕνας Κύριος, ποὺ ἐμφανίζεται μὲ τρεῖς ὑποστάσεις. (Εἶναι ἕνας καὶ μοναδικὸς ὁ Θεὸς αὐτός, ποὺ) δὲν διαιρεῖται κατὰ τὴν φύση, τὴ θέληση, τὴν σκέψη, τὴν δύναμη καὶ τὴν ἐνέργεια, καὶ ὅλα γενικῶς τὰ γνωρίσματα τῆς Θεότητας. Αὐτὸν (λοιπὸν τὸν ἕνα καὶ ἀληθινὸ Θεό) μόνο θὰ (πρέπει νὰ) λατρεύσεις μὲ ὅλη τὴν δύναμη ποὺ ἔχει ὁ νοῦς σου, καὶ μὲ ὅλο τὸ πλάτος τῆς καρδιᾶς σου καὶ μὲ ὅλη τὴν πληρότητα τῆς δυνάμεώς σου. Καὶ ὅλα ὅσα (ὁ Θεός σου) λέει καὶ ἐντέλλεται, (θὰ πρέπει) νὰ εἶναι πάντοτε νωπὰ μέσα στὴν καρδιά σου, ὥστε νὰ ἐφαρμόζεις καὶ νὰ ἐντρυφᾶς μέσα σὲ αὐτὰ καὶ νὰ ὁμιλεῖς μὲ βάση αὐτὰ (σὲ ὅλες τὶς περιστάσεις τῆς ζωῆς σου, δηλαδή) καὶ ὅταν κάθεσαι (κάπου καὶ δὲν μετακινεῖσαι), καὶ ὅταν βαδίζεις (γιὰ νὰ πᾶς ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος στὸ ἄλλο), καὶ ὅταν εἶσαι πεσμάνος στὸ κρεββάτι, κι ὅταν εἶσαι ὄρθιος. Καὶ (θὰ πρέπει ἀκόμα) νὰ ἐνθυμεῖσαι πάντοτε (δηλαδὴ ἀδιαλείπτως καὶ χωρὶς διακοπὴ) τὸν Κύριο τὸ Θεό σου καὶ Αὐτὸν μόνο νὰ φοβᾶσαι (μὲ τὸν Ἅγιο φόβο τοῦ Θεοῦ), καὶ νὰ μὴν λησμονήσεις ποτὲ οὔτε Αὐτὸν οὔτε τὶς ἐντολές Του. Γιατὶ (μόνο) ἔτσι καὶ ὁ Θεὸς θὰ σοῦ δώσει τὴν δύναμη (ποὺ εἶναι ἀπαραίτητη) γιὰ νὰ ἐφαρμόζεις (στὴν ζωή σου) τὸ (ἅγιο) θέλημά Του. Γιατὶ (ὁ Θεός, ποὺ δὲν ἔχει κανενὸς τὴν ἀνάγκη) τίποτε ἄλλο δὲν σοῦ ζητεῖ παρὰ μόνον νὰ Τὸν φοβᾶσαι καὶ νὰ Τὸν ἀγαπᾶς (γιατὶ Αὐτὸς ἀκριβῶς ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ συμβαδίζει μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς Αὐτόν) καὶ νὰ ἀκολουθεῖς τὸν δρόμο Του ποὺ Αὐτὸς θέλει (πράγμα ποὺ εἶναι ἡ φυσικὴ συνέπεια τῶν ἄλλων). Αὐτὸς θὰ εἶναι τὸ καύχημά σου καὶ Αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ Θεός σου. (Πρόσεξε) μήπως ἀκούγοντας τίποτα σχετικὸ μὲ τὴν (ἠθική) ἀπάθεια τῶν ἀγγέλων καὶ μὲ τὴν ἰδιότητά τους νὰ εἶναι ἀόρατοι, ἢ γιὰ τὴν μεγάλη (κι ἐκπληκτική) πονηρία τοῦ (διαβόλου, πού) ἐκπέσοντος ἀπὸ τὸ ὕψος τὸ ἀγγελικό, καὶ γιὰ τὴν (μεγάλη του) ἐπινοητικότητα καὶ ἐξυπνάδα καὶ εὐστροφία γιὰ κάθε πλάνη, ἐξ αἰτίας ὅλων αὐτῶν ἀποδόσεις σὲ κάποιο ἀπὸ αὐτὰ (τὰ πνεύματα-ἀγαθὰ ἢ πονηρά) τιμὴ ποὺ ἀνήκει στὸν Θεό. (Πρόσεξε) μήπως ἀτενίζοντας τὸ μεγάλο μέγεθος τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὴν ποικιλία τῆς κινήσεως τῶν οὐράνιων σωμάτων, τὴν λαμπρότητα τοῦ ἥλιου, τὸ γλυκὸ φῶς τῆς σελήνης, τὴν ὄμορφη διαύγεια τῶν ἄλλων ἀστέρων, τὴ χρησιμότητα τοῦ ἀέρα (καὶ τὴν ἀναγκαιότητά του) γιὰ τὴν ἀναπνοή, καὶ τῆς θαλάσσης ἢ τῆς γῆς τὶς ἀνεξάντλητες προσφορές, καὶ (συνηπαρμένος ἀπὸ τὰ φαινόμενα τοῦτα τὰ λαμπρά) θεοποιήσεις κανένα ἀπὸ αὐτὰ τὰ κτίσματα. Γιατὶ ὅλα αὐτὰ εἶναι κατὰ τρόπο δουλικὸ ταγμένα στὸν μόνο Θεὸ καὶ δημιουργήματα δικά Του, ποὺ ἔλαβαν ὀντότητα ἀπὸ τὴν κατάσταση τῆς ἀνυπαρξίας ποὺ ἦσαν, μὲ μόνο τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ (ὅπως λέγει ἡ Γραφή) Αὐτὸς (ὁ Θεός) ἁπλῶς εἶπε καὶ ἔγιναν (ὅλα ὅσα βλέπουμε καὶ δὲν βλέπουμε), Αὐτὸς διέταξε καὶ ἐδημιουργήθησαν. Αὐτὸν λοιπὸν τὸν Κύριο καὶ δημιουργό της κτήσεως πρέπει νὰ τιμήσεις (μὲ λατρεία) σὰν μόνο Θεὸ καὶ μὲ τὴν ἀγάπη νὰ ἑνωθεῖς μαζί Του, καὶ μέρα καὶ νύκτα ἀπὸ Αὐτὸν νὰ ζητᾶς συγχώρεση γιὰ τὰ θεληματικά σου καὶ ἀθέλητα παραπτώματα. Γιατὶ Αὐτὸς (ὁ μεγαλοδύναμος Κύριος) εἶναι (ταυτόχρονα) γεμάτος ἀγάπη καὶ φιλανθρωπία καὶ μακροθυμία καὶ πολὺ ἔλεος, καὶ κάνει αἰώνια τὸ καλὸ (τὸ ἀγαθό)...

2. Οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκάτω τῆς γῆς.

Δὲν θὰ (πρέπει) νὰ κατασκευάσεις κανένα ὁμοίωμα κάποιου πράγματος ἀπὸ ὅσα βρίσκονται ἐπάνω στὸν οὐρανὸ καὶ κάτω στὴν γῆ καὶ μέσα στὴν θάλασσα, μὲ σκοπὸ νὰ τοὺς ἀποδώσεις λατρεία καὶ δόξα ὅμοια μὲ ἐκείνη ποὺ ἁρμόζει στὸ Θεό. Καὶ τοῦτο, γιατὶ ὅλα αὐτὰ εἶναι δημιούργημα τοῦ ἑνὸς καὶ μοναδικοῦ Θεοῦ, πού, ἀφοῦ τώρα τελευταῖα ἐπῆρε σάρκα γεννηθεὶς ἀπὸ παρθενικὴ γαστέρα, παρουσιάστηκε στὴν γῆ καὶ ἦλθε σὲ ἐπαφὴ μὲ τοὺς ἀνθρώπους, καὶ ἀφοῦ πρῶτα ὑπέστη πάθος γιὰ χάρη τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων καὶ ἀπέθανε καὶ ἀναστήθηκε, ἀνέβηκε ψηλὰ στοὺς οὐρανοὺς μὲ σῶμα κι ἐκάθησε στὰ δεξιά του θρόνου τῆς μεγαλειότητος τοῦ Θεοῦ, στὰ ψηλὰ οὐράνια σκηνώματα. Μὲ τὸ σῶμα δὲ αὐτὸ πρόκειται νὰ ξαναρθεῖ στὴ γῆ, μέσα σὲ δόξα λαμπρή, γιὰ νὰ κρίνει ζωντανοὺς καὶ πεθαμένους. Αὐτοῦ λοιπὸν (τοῦ Θεοῦ), ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ χάρη μας, νὰ κατασκευάσεις τὴν εἰκόνα σὲ ἔνδειξη τῆς ἀγάπης σου γι᾿ Αὐτόν, καὶ νὰ Τὸν θυμᾶσαι βλέποντας τὴν εἰκόνα, καὶ νὰ Τὸν προσκυνᾶς προσκυνώντας τὴν εἰκόνα. Ἐπίσης ἡ εἰκόνα θὰ σὲ βοηθᾶ νὰ στρέψεις τὸ νοῦ σου στὸ ἄξιο προσκυνήσεως σῶμα τοῦ Σωτῆρος, ποὺ τώρα βρίσκεται ψηλὰ στὸν οὐρανὸ στὰ δεξιά του Πατρός. Ἐπίσης (θὰ πρέπει) νὰ κατασκευάσεις εἰκόνες καὶ γιὰ τοὺς Ἁγίους καὶ νὰ τὶς προσκυνᾶς, ὄχι βέβαια σὰν Θεούς, γιατὶ αὐτὸ ἀπαγορεύεται, ἀλλὰ γιὰ νὰ δείξεις μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὴν σχέση ποὺ ἐσὺ (σὰν θνητὸς ἄνθρωπος) ἔχεις μὲ αὐτοὺς (ποὺ ἦσαν σὰν καὶ ἐσένα ἄνθρωποι), καὶ τὴν διάθεση νὰ τοὺς τιμήσεις μὲ ἐξαιρετικὴ τιμή, πρᾶγμα ποὺ θὰ κάνει τὸ νοῦ σου νὰ πηγαίνει διὰ μέσου τῆς εἰκόνος στοὺς (εἰκονιζομένους) Ἁγίους. Ἔτσι θὰ μιμηθεῖς καὶ τὸν Μωυσῆ, ποὺ ἔφτιαξε τὶς εἰκόνες τῶν Χερουβὶμ μέσα στὰ Ἅγια. Ἔπειτα (μὴν ξεχνᾶς ὅτι) καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων ἦταν (σὰν μία κάποια) εἰκόνα αὐτῶν ποὺ ἦταν στὰ οὐράνια. Καὶ (μέσα στὴν σκηνὴ τοῦ Μαρτυρίου) τὸ ἅγιο κοσμικὸ εἰκόνιζε ὅλο τὸν κόσμο, καὶ (ὅμως παρὰ ταῦτα) ὁ Μωυσῆς ὅλα αὐτὰ τὰ ὀνόμασε ἅγια, γιατὶ μὲ τοῦτο δὲν εἶχε σκοπὸ νὰ ἀποδώσει δόξα στὰ κτίσματα, ἀλλὰ διὰ μέσου αὐτῶν στὸν δημιουργό του κόσμου Θεό. Καὶ ἐσὺ λοιπὸν δὲν (θὰ πρέπει) νὰ θεοποιήσεις τὶς εἰκόνες (σὰν ὑλικὸ κατασκεύασμα) τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ καὶ τῶν Ἁγίων. Ἀλλὰ διὰ μέσου αὐτῶν (καὶ μὲ τὴν βοήθειά τους) θὰ (πρέπει νά) προσκυνήσεις (λατρευτικῶς) Αὐτῶν ποὺ μᾶς ἔπλασε πρῶτα κατ᾿ εἰκόνα δική του, καὶ ἔπειτα δέχτηκε ἀπὸ μεγάλη καὶ ἄπειρη ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο νὰ λάβει τὴν εἰκόνα μας τὴν ἀνθρώπινη (δηλ. νὰ παρουσιαστεῖ μὲ ἀνθρώπινη μορφή, καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτό) νὰ γίνει ἀντικείμενο ἀπεικονίσεως καὶ περιγραφῆς. Θὰ πρέπει δὲ νὰ μὴν περιοριστεῖς μόνο στὴν προσκύνηση τῆς θείας εἰκόνος, ἀλλὰ νὰ ἐπεκτείνης αὐτὴν καὶ στὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ. Γιατὶ ὁ σταυρὸς εἶναι πολὺ μεγάλο σημεῖο καὶ δεῖγμα τῆς νίκης τῆς ὁλοκληρωτικῆς του Χριστοῦ ἐναντίον τοῦ διαβόλου καὶ ὅλης της ἐχθρικῆς γιὰ μᾶς παρατάξεώς του...

3. Οὐ λήψει τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπὶ ματαίω.

Μὴ πάρεις στὸ στόμα σου γιὰ τὸ τίποτε τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου (καὶ μὴν ὁρκισθεῖς ποτέ) εἴτε γιὰ ὑπόθεση γήινη, εἴτε ἀπὸ φόβο μὴ πάθεις τίποτε κακὸ ἀπὸ κανένα ἄνθρωπο, ἢ ἀπὸ ντροπή, ἢ γιὰ νὰ κερδίσεις προσωπικὸ ὄφελος, ὁρκιζόμενος ψεύτικα, γιατὶ ἡ παράβαση τοῦ ὅρκου σημαίνει ἄρνηση τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ νὰ μὴν ὁρκίζεσαι ποτέ, ἀλλὰ νὰ ἀποφεύγεις ὁλοσδιόλου τὸν ὅρκο, γιατὶ ἀπὸ τὸν ὅρκο προέρχεται καὶ ἡ παράβαση τοῦ ὅρκου, ποὺ ἀπομακρύνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ συγκαταλέγει μὲ τοὺς ἁμαρτωλοὺς τὸν ἐπίορκο. Ὅταν λὲς πάντοτε τὴν ἀλήθεια, τότε δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ὁρκίζεσαι, γιατὶ τὰ (ἀληθινὰ πάντοτε) λόγια σου θὰ εἶναι σὰν ὅρκος (καὶ θὰ καθιστοῦν περιττὴ κάθε ἄλλη βεβαίωση μὲ ὅρκο). Ἂν ὅμως συμβεῖ καμμιὰ φορὰ καὶ ὁρκισθεῖς, πρᾶγμα ποὺ μακάρι ποτὲ νὰ μὴν γίνει, ἐὰν μὲν δώσεις τὸν ὅρκο γιὰ κάτι τί σύμφωνο μὲ τὸν Θεῖο Νόμο, τότε θὰ πρέπει νὰ ἐκτελέσεις τὸ νόμιμο αὐτό, ἀλλὰ ἐν συνεχείᾳ θὰ πρέπει νὰ ζητήσεις ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου εὐθύνες ἐπειδὴ ἔδωσε ὅρκο, φροντίζοντας μὲ ἐλεημοσύνη, δέηση καὶ πένθος καὶ σκληραγωγία τοῦ σώματος νὰ ἐξιλεώσεις τὸν Χριστὸ ποὺ εἶπε νὰ μὴν ὁρκίζεσαι. Ἐὰν δὲ ἔδωσες ὅρκο γιὰ πρᾶγμα παράνομο, πρόσεξε μήπως ἐξ αἰτίας τοῦ ὅρκου ἐκτελέσεις παράνομη πράξη, γιὰ νὰ μὴν συγκαταριθμηθεῖς κι ἐσὺ μαζὶ μὲ τὸν Προφητοκτόνο Ἡρώδη. Ἀφοῦ δὲ ἀθετήσεις καὶ παραβεῖς τὸν παράνομο τοῦτο ὅρκο, βάλε κανόνα στὸν ἑαυτό σου νὰ μὴν ξαναορκισθεῖ, καὶ φρόντισε νὰ ἐξιλεωθεῖς ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, χρησιμοποιώντας μὲ περισσότερη μέριμνα τὰ φάρμακα ποὺ εἴπαμε προηγουμένως, μαζὶ μὲ δάκρυα.

4. Ἓξ ἡμέρας ἔργα καὶ ποιήσεις πάντα τὰ ἔργα σου. Τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ σάββατα Κυρίω τῷ Θεῷ σου.

Μιὰ μέρα τῆς ἑβδομάδος, ποὺ ὀνομάζεται Κυριακή, ἐπειδὴ εἶναι ἀφιερωμένη εἰς τὸν Κύριο, γιατὶ τὴν ἡμέρα τούτη ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν καὶ (μὲ τὸν τρόπο αὐτό) μᾶς ἔκανε γνωστὴ καὶ βέβαιη τὴν κοινὴ ἀνάσταση, κατ᾿ αὐτὴ θὰ πρέπει κάθε γήινο ἔργο νὰ σταματήσει. Τούτη λοιπὸν τὴν ἡμέρα νὰ τὴν ἁγιάσεις καὶ νὰ μὴν κάνεις κανένα ἔργο βιοτικό, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἀπαραίτητα, καὶ νὰ δώσεις τὴν εὐκαιρία σὲ αὐτοὺς ποὺ εἶναι δικοί σου ἢ σὲ ὑπηρετοῦν νὰ ξεκουραστοῦν, ὥστε ὅλοι μαζὶ νὰ δοξάσετε Ἐκεῖνον ποὺ μὲ τὸ νὰ θανατωθεῖ μας ἔκανε δικούς του καὶ ἀναστήθηκε καὶ ἀνέστησε μαζὶ τὴν δική μας φύση. Κατὰ τὴν ἡμέρα αὐτὴ νὰ θυμηθεῖς τὴν μέλλουσα ζωή, καὶ νὰ περάσεις τὸν καιρό σου μελετώντας τὶς ἐντολὲς καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Κυρίου καὶ ἐξετάζοντας τὸν ἑαυτό σου γιὰ νὰ ἐξακριβώσεις μήπως παρέβης κάτι τί ἢ παράλειψες, ὥστε νὰ διορθώσεις σὲ ὅλα τὸν ἑαυτό σου. Ἐπίσης, τὴν ἡμέρα αὐτὴ νὰ περάσεις πολλὲς ὧρες μέσα στὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ παρακολουθώντας τὶς ἱερὲς (λατρευτικὲς) συνάξεις ποὺ τελοῦνται ἐκεῖ, καὶ νὰ κοινωνήσεις μὲ εἰλικρινὴ πίστη καὶ μὲ ἥσυχη συνείδηση τὸ Ἅγιο Σῶμα καὶ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, καὶ νὰ κάνεις ἀρχὴ γιὰ μία ζωὴ περισσότερο σύμφωνη μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ ξεκαινουργώσεις τὸν ἑαυτό σου καὶ νὰ τὸν ἑτοιμάσεις γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τῶν μελλοντικῶν αἰωνίων ἀγαθῶν. Γι᾿ αὐτὰ πρέπει νὰ μὴν κάνεις καταχρήσεις οὔτε τὶς ἄλλες ἡμέρες. Τὴ δὲ Κυριακὴ πρέπει ἀπὸ ὅλα νὰ ἀπέχεις, ἀφοῦ μένεις κοντὰ στὸν Θεό, κάνοντας μόνον τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα ἔργα κι ἐκεῖνα ποὺ χωρὶς αὐτὰ δὲν μπορεῖς νὰ ζήσεις. Ἔτσι μὲ τὸ νὰ ἔχεις τὸν Θεὸ σὰν τόπο γιὰ νὰ καταφύγεις, δὲν θὰ πᾶς ἀλλοῦ πουθενά. Καὶ δὲν θὰ ὑποστεῖς τὴν πύρωση ποὺ φέρνει ἡ φλόγα τῶν παθῶν, καὶ δὲν θὰ σηκώσεις (στὸν ὦμο σου) τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας. Μὲ τὸν τρόπο δὲ αὐτὸ θὰ ἁγιάσεις τὴν (πρώτη αὐτή) ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος, (δηλ. μὲ τὸ νὰ τιμᾶς αὐτή) παραμένοντας μακριὰ ἀπὸ κάθε τί κακό. Αὐτὰ δὲ ποὺ εἴπαμε, νὰ τὰ ἐφαρμόσεις καὶ στὶς μεγάλες ἑορτές, πράττοντας τὰ ἴδια (τὰ παραπάνω) καὶ ἀπέχοντας πάλι ἀπὸ ὅσα προηγουμένως εἴπαμε.

5. Τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου, ἵνα εὖ σοι γένηται καὶ ἵνα μακροχρόνιος γένῃ ἐπὶ τῆς γῆς.

Νὰ σέβεσαι τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου, γιατὶ ὁ Θεός - χρησιμοποιώντας σὰν ὄργανα αὐτοὺς - σὲ ἔφερε στὴν ζωή, καὶ αὐτοὶ εἶναι γιὰ σένα ἔπειτα ἀπὸ τὸν Θεὸ αἴτιοι τῆς ὑπάρξεώς σου. Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν καὶ ἐσύ, ἔπειτα ἀπὸ τὸν Θεὸ αὐτοὺς καὶ νὰ τιμήσεις καὶ νὰ ἀγαπήσεις, ἂν βέβαια ἡ ἀγάπη πρὸς τοὺς γονεῖς βοηθάει τὴν πρὸς Θεὸ ἀγάπη. Ἂν ὅμως δὲν βοηθάει, τότε νὰ φύγεις ἀμέσως μακριὰ ἀπὸ αὐτούς...
Πρέπει νὰ σέβεσαι καὶ νὰ ἀγαπᾶς αὐτοὺς ποὺ γιὰ σένα γίνηκαν πνευματικοὶ πατέρες. Γιατὶ αὐτοὶ ἐσένα σὲ ἔφεραν ἀπὸ τὴν κατάσταση τῆς (ἁπλῆς) ὑπάρξεως, στὴν κατάσταση (τῆς κατὰ Θεόν) ὑπάρξεως καὶ σοῦ μετέδωσαν τὸν φωτισμὸ τῆς (θείας) γνώσεως καὶ σοῦ δίδαξαν τὴν φανέρωση τῆς ἀλήθειας καὶ σὲ ἀναγέννησαν μὲ τὸ λουτρὸ τῆς παλιγγενεσίας καὶ σοῦ φύτεψαν μέσα σου τὴν ἐλπίδα γιὰ τὴν ἀνάσταση καὶ τὴν ἀθανασία (τῆς ψυχῆς) καὶ γιὰ τὴν ἀδιάδοχη βασιλεία καὶ κληρονομία (τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν) καὶ σὲ ἔκαναν, ἀπὸ ἀνάξιο ποὺ ἤσουνα, ἄξιο τῶν αἰώνιων ἀγαθῶν, καὶ ἀπὸ ἐπίγειο (σὲ ἀντικατέστησαν) οὐράνιο, καὶ ἀπὸ πρόσκαιρο, αἰώνιο καὶ υἱὸ μαθητείας (παρὰ τοὺς πόδας) ὄχι ἀνθρώπου πιά, ἀλλὰ τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, ποὺ σοῦ χάρισε τὸ πνέυμα τῆς υἱοθεσίας. Αὐτὸς μάλιστα εἶπε: «Μὴν ὀνομάσετε κανένα ἄνθρωπο πατέρα ἢ καθηγητή, γιατὶ ἕνας εἶναι ὁ πατέρας καὶ καθηγητής σας, ὁ Χριστός. Γι᾿ αὐτὸ ὀφείλεις κάθε τιμὴ καὶ ἀγάπη στοὺς πνευματικοὺς πατέρες, ἔχοντας τὴν συναίσθηση πὼς ἡ τιμὴ ποὺ δίνεις σὲ αὐτοὺς πηγαίνει στὸν Χριστὸ καὶ στὸ Πανάγιο Πνεῦμα, μέσα στὸ Ὁποῖο ἔλαβε τὴν υἱοθεσία, καὶ στὸν ἐπουράνιο Πατέρα, ἀπὸ τὸν Ὁποῖο πηγάζει κάθε πατριὰ στὸν οὐρανὸ καὶ στὴν γῆ. Πρέπει δὲ νὰ φροντίσεις σὲ ὅλο τὸν βίο νὰ ἔχεις ἕνα πνευματικὸ πατέρα, καὶ νὰ τοῦ ἐξομολογῆσαι κάθε σου ἁμάρτημα καὶ κάθε λογισμὸ ἢ νὰ παίρνεις ἀπ᾿ αὐτὸν τὴν θεραπεία καὶ τὴν συγχώρεση. Γιατὶ σ᾿ αὐτὸν (δηλ. τὸν πνευματικὸ πατέρα) δόθηκε (ἀπὸ τὸν Κύριο ἡ ἐξουσία) νὰ συγχωρεῖ ἢ νὰ μὴν συγχωρεῖ ἁμαρτίες (δηλ. νὰ ἐλευθερώνει ἢ ὄχι ψυχές). Ὅλα ὅσα δὲν συγχωρήσουν στὴ γῆ, θὰ μείνουν ἀσυγχώρητα (καὶ) στὸν οὐρανό. Καὶ ὅλα ὅσα συγχωρήσουν στὴ γῆ, θὰ συγχωρεθοῦν (καί) στὸν οὐρανό.
Αὐτὴ δὲ τὴ χάρη καὶ τὴν δύναμη τὴν ἔλαβαν ἀπὸ τὸν Χριστό. Γι᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ ὑπακοῦς σὲ αὐτοὺς καὶ νὰ μὴν ἔχεις ἀντίθετη μὲ αὐτοὺς γνώμη, γιὰ νὰ μὴν φέρεις τὴν καταστροφὴ στὴν ψυχή σου. Γιατὶ ἂν ἐκεῖνος ποὺ ἀντιμιλάει στοὺς σαρκικούς του γονεῖς, σὲ πράγματα ποὺ δὲν ἀπαγορεύονται ἀπὸ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, τιμωρεῖται - σύμφωνα μὲ τὸν νόμο (τοῦ Μωϋσέως)- μὲ θάνατον, πὼς εἶναι δυνατὸν ἐκεῖνος ποὺ ἀντιμιλάει στοὺς πνευματικοὺς πατέρες νὰ μὴν δίωχνει μακριὰ τοῦ τὸ πνέυμα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ μὴν χάνει τὴν ψυχή του; Γι᾿ αὐτὸ νὰ συμβουλεύεσαι καὶ νὰ ὑπακοῦς μέχρι τέλους στοὺς πνευματικοὺς πατέρες, γιὰ νὰ σωθεῖ ἡ ψυχή σου καὶ νὰ γίνεις κληρονόμος τῶν αἰωνίων καὶ ἀκηράτων ἀγαθῶν.

6. Οὐ μοιχεύσεις.

Νὰ μὴν πορνεύσεις, γιὰ νὰ μὴν καταντήσεις νὰ γίνεις ἀπὸ μέλος Χριστοῦ μέλος πόρνης, καὶ (ἔτσι) ἀποκοπεῖς ἀπὸ τὸ θεῖο σῶμα (σὰν σάπιο μέλος) καὶ χάσεις τὴν Θεία κληρονομιὰ καὶ ριχθεῖς στὴν γέενα (τοῦ πυρός). Γιατὶ (ὅπως λέει ὁ νόμος) ἐὰν ἡ θυγατέρα ἱερέως ποῦ συλληφθεῖ νὰ πορνεύεται, ὑπομένει τὴν τιμωρία τὸν θάνατο διὰ πυρᾶς, ἐπειδὴ (μὲ τὴν πράξη της) τὸν πατέρα (της) ἐντρόπιασε, πόσο μεγαλύτερη τιμωρία ἀξίζει ὅποιος τέτοια βρωμιὰ κάνει στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ; Σὺ μὲν λοιπόν, ἂν μπορεῖς, ἐφάρμοσε (στὴν ζωή σου) τὴν παρθενία, γιὰ νὰ μπορέσεις νὰ ἀφιερωθεῖς ἐξ ὁλοκλήρου στὸν Θεὸ καὶ μὲ τέλεια ἀγάπη σὲ Αὐτὸν νὰ προσκολληθεῖς, μένοντας κοντά Του σὲ ὅλη σου τὴν ζωὴ καὶ φροντίζοντας ἀποκλειστικὰ πάντοτε (νὰ κάνεις) ὅτι ἀρέσει στὸν Κύριο, καὶ (ἔτσι) ἀπὸ τώρα ἐξασφαλίζοντας τὴν μέλλουσα ζωὴ καὶ ζωντας κάτω στὴν γῆ σὰν Ἄγγελος Θεοῦ. Γιατὶ αὐτῶν (δηλαδὴ τῶν Ἀγγέλων) γνώρισμα εἶναι ἡ παρθενία, καὶ γίνεται ὅμοιος μὲ αὐτούς, -ἂν καὶ ἔχει σῶμα- ὅσο τοῦτο εἶναι δυνατόν, ὅποιος ἀκολουθεῖ τὴν παρθενία...
Ἂν πάλι προτιμήσεις νὰ ἀκολουθήσεις τὴν (κατὰ Χριστόν) παρθενικὴ ζωὴ καὶ δὲν ἔχεις δώσει τέτοια ὑπόσχεση στὸν Θεό, τότε σου ἐπιτρέπεται νὰ πάρεις μία γυναίκα σύμφωνα μὲ τὸν νόμο τοῦ Κυρίου, καὶ μόνο μὲ αὐτὴν νὰ κατοικεῖς καὶ νὰ μὴν τὴν θεωρεῖς σὰν δικό σου σκεῦος πρὸς σκοπὸ ἁγιασμοῦ, ἀπέχοντας μὲ ὅλη σου τὴν δύναμη ἀπὸ ξένες γυναῖκες. Θὰ μπορέσεις δὲ τελείως νὰ ἀποφεύγεις αὐτές, ἂν προσέξεις τὶς ἄκαιρες (καὶ ψυχικὰ ἐπικίνδυνες) συναντήσεις καὶ συζητήσεις μαζί τους, καὶ (φρόντιζε) νὰ μὴν σοῦ ἀρέσουν τὰ πορνικὰ λόγια καὶ ἀκούσματα, καὶ νὰ διώχνεις τὰ μάτια τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς σου ἀπὸ πάνω τοὺς ὅσο σου εἶναι τοῦτο δυνατό, καὶ συνήθιζε νὰ μὴν ρίχνεις βλέμματα ἐμπαθῆ καὶ περίεργα πάνω στὴν ὀμορφιὰ τῶν προσώπων. Γιατὶ ἐκεῖνος ποὺ κυττάζει μιὰ γυναίκα μὲ κακὴ πρόθεση καὶ ἐπιθυμία, ἤδη (ὅπως λέει ὁ Κύριος) εἶναι σὰν νὰ ἔκανε μαζί της τὴν κακὴ πράξι (τῆς μοιχείας ἢ πορνείας), καὶ ἔτσι ἔχει γίνει ἀκάθαρτος μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ Χριστοῦ ποὺ βλέπει (τὰ κρυπτά) στὶς καρδιές. Ἀπὸ τὸ σημεῖο δὲ αὐτὸ (τῆς ψυχικῆς ἁμαρτίας, ὁ ἄνθρωπος) ὁ ταλαίπωρος, καταντάει καὶ στὸ νὰ διαπράξει καὶ τὴ σωματικὴ ἁμαρτία. Ἀλλὰ τί μιλάω (μόνο) γιὰ τὶς βρωμιὲς τῆς πορνείας καὶ τῆς μοιχείας καὶ ὅλες τὶς ἄλλες τέτοιες ποῦ ἐνεργοῦνται κατὰ φύση; Γιατὶ ὁ ἄνθρωπος ὅταν μὲ περιέργεια κοιτάει τὰ ὄμορφα πρόσωπα, σέρνεται ἀκόλαστα καὶ στὶς παρὰ φύση (σαρκικὲς ἁμαρτίες καί) ἀσέλγειες. Σὺ λοιπόν, ἅμα κόψεις ἀπὸ πάνω σου τὶς πικρὲς ρίζες (τῆς ἁμαρτίας), δὲν θὰ δοκιμάσεις τοὺς καρπούς (της) ἀλλὰ θὰ φέρεις ἀντιθέτως τὸν καρπὸ τῆς ἁγνότητας καὶ τοῦ ἁγιασμοῦ ποὺ ἔρχεται μαζί της, χωρὶς τὸν ὁποῖο κανεὶς δὲν πρόκειται νὰ ἰδεῖ τὸν Κύριο.

7. Οὐ κλέψεις.

Νὰ μὴν κλέψεις, γιὰ νὰ μὴν σοῦ δώσει πολὺ μεγαλύτερη τιμωρία ὁ γνωρίζων τὰ κρύφια (Θεός), ἐπειδὴ Τὸν περιφρόνησες. Μᾶλλον πρέπει ἀπ᾿ ὅτι ἔχεις, κρυφὰ νὰ δίνεις σὲ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη, γιὰ νὰ πάρεις ἑκατονταπλασίονα καὶ νὰ κληρονομήσεις ζωὴ αἰώνια στὸν μέλλοντα αἰῶνα ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ βλέπει τὰ κρυφά.

8. Οὐ φονεύσεις.

Νὰ μὴν φονεύσεις, γιὰ νὰ μὴν ἐκπέσεις ἀπὸ (τὴν χάρη) τῆς υἱοθεσίας ποὺ σοῦ ἔδωσε Ἐκεῖνος ποὺ ἀνασταίνει τοὺς νεκρούς, καὶ νὰ γίνεις μὲ τὰ ἔργα σου παιδὶ ἐκείνου ποὺ ἐξ ἀρχῆς εἶναι δολοφόνος τοῦ ἀνθρώπου. Ἐπειδὴ δὲ ὁ φόνος ἔχει ὡς ἀφορμὴ τὸ κτύπημα, τοῦτο δὲ τὸ μάλωμα, καὶ τοῦτο τὸ θυμό, ὁ δὲ θυμὸς ἔρχεται ἐξ ἀφορμῆς τῆς ζημίας ἢ τοῦ κτυπήματος ἢ τῆς βρισιᾶς ποὺ ἄλλοι μᾶς κάνουν, γι᾿ αὐτὸ εἶπε ὁ Χριστὸς ἐκεῖνον ποὺ σοῦ παίρνει τὸ πανωφόρι, μὴν ἐμποδίσεις νὰ σοῦ πάρει καὶ τὸ χιτώνα σου καὶ μὴν ἀποκριθεῖς μὲ βρισιὲς σὲ ἐκεῖνον ποὺ σὲ βρίζει. Γιατὶ μὲ τὸν τρόπο τοῦτο, καὶ τὸν ἑαυτό σου καὶ ἐκεῖνον ποὺ σοῦ κάνει κακὸ θὰ γλιτώσεις ἀπὸ τὸ φοβερὸ κακὸ τοῦ φόνου. Σὺ λοιπόν, (κάνοντας ἔτσι), θὰ πετύχεις τὴ συγχώρεση τῶν ἁμαρτιῶν σου ποὺ ἔχεις ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ εἶπε: «δίδετε συγχώρεση (σὲ ὅσους σας φταίουν) καὶ θὰ συγχωρεθοῦν καὶ οἱ δικές σας ἁμαρτίες». Ἐκεῖνος δὲ ποὺ κακολογεῖ καὶ κακοποιεῖ τοὺς ἄλλους, (αὐτός) θὰ δώσει λόγο καὶ θὰ τιμωρηθεῖ μὲ αἰώνια τιμωρία. Γιατὶ ὁ Χριστὸς εἶπε: «αὐτὸς ποὺ θὰ πεῖ τὸν ἀδερφὸ τοῦ «μωρέ», εἶναι ἄξιος νὰ ριχτεῖ στὴ γέενα τοῦ πυρός». Ἂν λοιπὸν κατορθώσεις νὰ ξεριζώσεις τὸ κακὸ (ἀπὸ μέσα σου) καὶ νὰ χαρίσεις στὴν ψυχή σου τὴ μακαριώτητα τῆς πραότητος, δόξασε τὸν Χριστὸ ποὺ εἶναι ὁ διδάσκαλος καὶ ὁ συνεργὸς τῶν ἀρετῶν, χωρὶς τὸν Ὁποῖον, ὅπως ἔμαθες, δὲν μποροῦμε τίποτα καλὸ νὰ κάνουμε. Ἂν πάλι δὲν μπορέσεις νὰ μείνεις πράος (καὶ μακριὰ ἀπὸ τὸν θυμό), νὰ κατηγορεῖς τὸν ἑαυτό σου ποὺ θυμώνει, καὶ νὰ μετανοιώνεις μπροστὰ στὸν Θεὸ καὶ μπροστὰ στὸν ἄνθρωπο ποὺ εἴτε τοῦ μίλησες ἄσχημα, εἴτε τοῦ ἔκανες κακό. Γιατὶ ἐκεῖνος ποὺ μετανιώνει ὅταν ἡ ἁμαρτία τοῦ βρίσκεται στὰ πρῶτα βήματα, αὐτὸς δὲν φτάνει στὸ τελευταῖο σκαλοπάτι, (ἀντιθέτως δέ) ὅποιος μὲ ἀδιαφορία (καὶ ἀναισθησία) ἀντιμετωπίζει τὶς μικρὲς πτώσεις, αὐτὸς γι᾿ αὐτὲς θὰ πέσει καὶ στὶς μεγαλύτερες.

9. Οὐ ψευδομαρτυρήσεις κατὰ τοῦ πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδῆ.

Νὰ μὴν συκοφαντήσεις, γιὰ νὰ μὴν ἐξομοιωθεῖς μ᾿ ἐκεῖνον ποὺ παλιὰ (στὴν ἀρχὴ τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς) ἐσυκοφάντησε στὴν Εὔα τὸν Θεό, καὶ γίνεις καταραμένος ὅπως ἐκεῖνος. Ἀλλὰ μᾶλλον πρέπει, ἂν τοῦτο δὲν θὰ κάνει κακὸ στοὺς πολλούς, νὰ σκεπάζεις τὰ κακὰ τοῦ διπλανοῦ σου (ποὺ μοιάζουν μὲ πτῶμα), γιὰ νὰ μοιάσεις ὄχι τοῦ Χάμ, ἀλλὰ τοῦ Σὴμ καὶ τοῦ Ἰάφεθ, καὶ νὰ κερδίσεις τὴν εὐλογία.

10. Οὐκ ἐπιθυμήσεις πάντα ὅσα τῷ πλησίον σου ἐστι.

Νὰ μὴν (ἐπιθυμήσεις νὰ ἁρπάξεις) τίποτα ξένο, ποὺ ἀνήκει στὸν διπλανό σου. Οὔτε κτῆμα, οὔτε χρῆμα, οὔτε δόξα, οὔτε τίποτε ἀπὸ ὅσα ἀνήκουν στὸν πλησίον σου. Γιατὶ ἡ ἐπιθυμία (τῶν ξένων πραγμάτων) ἀφοῦ γεννηθεῖ στὴν ψυχή, γεννάει ἁμαρτία. Ἡ δὲ ἁμαρτία ἁμα γίνει, φέρνει τὸν θάνατο. Σὺ δέ, ὅταν θὰ μένεις ξένος πρὸς τὴν ἐπιθυμία τῶν πραγμάτων τοῦ ἄλλου, θὰ κατορθώσεις νὰ μείνεις μακρυὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἁρπαγή, ποὺ ἔχει σὰν αἴτιο τὴν πλεονεξία. Σὺ μάλιστα πρέπει (ὄχι μόνο νὰ μὴν βάζεις στὸ μάτι τοῦ διπλανοῦ σου τὰ καλά, ἀλλά) καὶ ἀπὸ τὰ δικά σου νὰ δίνεις σὲ αὐτὸν ποὺ ζητᾶ, καὶ νὰ ἐλεεῖς, ὅσο μπορεῖς, αὐτὸν ποὺ ἔχει τὴν ἀνάγκη σου, καὶ νὰ μὴν διώξεις αὐτὸν ποὺ σοῦ ζητάει δανεικά. Καὶ ἂν βρεῖς κάτι ποὺ χάθηκε, νὰ τὸ δώσεις στὸν κύριό του, ἔστω κι ἂν αὐτὸς εἶναι ἀπὸ τοὺς πιὸ μεγάλους σου ἐχθρούς. Γιατὶ μὲ τὸν τρόπο τοῦτο καὶ θὰ ἀγαπήσετε, καὶ θὰ νικήσεις ἐσὺ τὸ κακὸ μὲ τὴν βοήθεια τοῦ καλοῦ, ὅπως ὁ Χριστὸς σὲ διατάζει.

===

Ὅταν λοιπὸν ὅλα αὐτὰ ἐσὺ τὰ ἐκτελεῖς μὲ ὅλη σου τὴν δύναμη καὶ ζεῖς μέσα στὴν ἀτμόσφαιρά τους, τότε μέσα στὴν ψυχή σου θὰ ἀποκτήσεις (σὰν μεγάλο ἀπόκτημα) τὸν θησαυρὸ τῆς εὐσέβειας, καὶ θὰ εὐαρεστήσεις στὸν Θεὸ καὶ θὰ εὐεργετηθεῖς ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ, καὶ θὰ γίνεις κληρονόμος τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα εἴθε ὅλοι νὰ τὰ κερδίσουμε, μὲ τὴν χάρη καὶ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸν Ὁποῖο ἀνήκει κάθε δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνηση (λατρευτική) μαζὶ μὲ τὸ ἄναρχό του Πατέρα καὶ τὸ Πανάγιο καὶ ἀγαθὸ καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ εἰς τοὺς ἀτελεύτητους αἰῶνες, Ἀμήν.


--------------------------------------------------------------------------------

Ἑτέρα συνοπτικὴ ἑρμηνεία - συμπλήρωσις τοῦ Νόμου
ὑπὸ Ἀναστασίου Σωτηροπούλου, Βλατάδων 1 Θεσσαλονίκη

Μετὰ τὸ Προπατορικὸν Ἁμάρτημα οἱ Πρωτόπλαστοι δὲν μετενόησαν γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐξεδιώχθησαν ἀπὸ τὸν Παράδεισον. (Σημείωσις: Προπατορικὸ Ἁμάρτημα ἦταν ἡ παρακοὴ τῶν Πρωτοπλάστων στὴν Ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ νὰ μὴ φάγουν ἀπὸ τὸν καρπὸ ἑνὸς ὡρισμένου δένδρου. Παρασυρθέντες ὅμως ἀπὸ τὸν Διάβολον δὲν ὑπήκουσαν).

Ἀπομακρυσμένοι πλέον ἀπὸ τὸν Θεὸ οἱ ἄνθρωποι ἔπεσαν σὲ διάφορες Εἰδωλολατρεῖες. Μόνον ὁ Ἑβραϊκὸς λαὸς ἐγνώριζε τὸν Ἀληθινὸν Θεό. Συχνὰ ὅμως καὶ οἱ Ἑβραῖοι ξέφευγαν σὲ Εἰδωλολατρεία, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐτιμωροῦντο, μεταξὺ ἄλλων ἔγιναν δοῦλοι στοὺς Αἰγυπτίους. Ἀργότερα ὁ Μωυσῆς κατ᾿ ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ τοὺς ἐξήγαγε ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον πρὸς τὴν Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας. Κατεσκήνωσαν στὴν ἔρημὂ τοῦ Ὄρους Σινᾶ ὅπου μέσῳ τοῦ Μωυσέως παρέλαβον τὶς Δέκα Ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Λατρεύοντες τὸν Θεὸ καὶ ἀγαπῶντες τὸν πλησίον ἐκπληρώνομεν τὸν Νόμον.

Ὁ Παράδεισος ὅμως ἦταν κλειστὸς γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, γι᾿ αὐτὸ ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρός, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἦρθε στὴν Γῆ γιὰ νὰ σώσῃ τὸν ἄνθρωπο, χωρὶς νὰ λείψη καὶ ἀπὸ τὸν Οὐρανό. Ἔλαβε σάρκα ἀπὸ τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ἐδίδαξε, ἐθαυματούργησε, σταυρώθηκε, ἔχυσε τὸ Πανάγιον Αἷμα Του γιὰ μᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς. Ἄνοιξε τὸν Παράδεισο γιὰ τοὺς πιστούς. Πρῶτος πολίτης τοῦ Παραδείσου ὁ ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ μετανοήσας λῃστής. Τὴν τρίτη ἡμέρα ἀνεστήθη ὁ Κύριος. Σῴζονται ὅσοι βαπτισμένοι, μετανοημένοι μὲ πίστη καὶ ἐξομολογημένοι κοινωνοῦν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, τηροῦντες τὰς Ἐντολάς Του.

Τὶς Δέκα Ἐντολὲς τοῦ Μωυσέως (Παλαιὰ Διαθήκη) ὁ Χριστὸς δὲν τὶς κατήργησε. Τὶς συνεπλήρωσε στὴν Καινὴ Διαθήκη, ἤτοι:

ΕΝΤΟΛΗ 1η: «Ἐγὼ εἰμὶ Κύριος ὁ Θεός σου. δὲν ὑπάρχουν ἄλλοι Θεοὶ ἐκτὸς ἀπὸ μένα». Στὴν Καινὴ Διαθήκη μᾶς ἀπεκαλύφθη ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι Τρισυπόστατος. Αὐτὴν τὴν Ἁγίαν Τριάδα -Πατέρα., Υἱόν, Ἅγιον Πνεῦμα- θὰ λατρεύουμε καὶ θὰ προσκυνοῦμε.

ΕΝΤΟΛΗ 2α: «Νὰ μὴ πέφτετε σὲ Εἰδωλολατρεία, λατρεύοντες διάφορα Εἴδωλα. Ἐγὼ εἶμαι ὁ Θεός σας». Στὴν Καινὴ Διαθήκη ὁ Χριστὸς κατονομάζει ὡς Εἰδωλολατρεία καὶ τὴν προοκόλλησίν μας εἰς τὸν Μαμωνᾶν (εἰς τὸ χρῆμα). Ἀλλὰ καὶ κάθε προσκόλλησις τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν καρδιά του στὰ τῆς Γῆς εἶναι Εἰδωλολατρεία.

ΕΝΤΟΛΗ 3η: «Νὰ μὴ ὁρκίζεσαι χωρὶς λόγο στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ». Ὁ Κύριος συνεπλήρωσε ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὁρκιζώμαστε καθόλου, ἀλλὰ νὰ λέμε τὸ ναὶ-ναὶ καὶ τὸ ὄχι-ὄχι.

ΕΝΤΟΛΗ 4η: «Νὰ θυμᾶσαι νὰ λατρεύῃς τὸν Θεό. Ἕξη ἡμέρες νὰ δουλεύῃς καὶ τὸ Σάββατο ν᾿ ἀναπαύεσαι καὶ νὰ λατρεύῃς τὸν Θεό». Ἀντικατεστάθη στὴν Καινὴ Διαθήκη τὸ Σάββατο μὲ τὴν Κυριακή, ἡμέραν Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου.

ΕΝΤΟΛΗ 5η: «Τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου γιὰ νὰ ἔχῃς εὐλογία στὴν Γῆ αὐτή». Ὁ Κύριος ἐδίδαξε ν᾿ ἀγαποῦμε, νὰ σεβώμαστε τοὺς γονεῖς μας, νὰ τοὺς προστατεύουμε καὶ νὰ μὴ τοὺς κακολογοῦμε.

ΕΝΤΟΛΗ 6η: «Οὐ φονεύσεις». Ὁ Κύριος συνεπλήρωσε ὅτι καὶ ὅποιος ὀργίζεται κατὰ τῶν συνανθρώπων του χωρὶς πνευματικὸν λόγον (ἱερὰν ἀγανάκτησιν) εἶναι ἔνοχος. Ἐπίσης ὅποιος μισεῖ τὸν συνάνθρωπόν του εἶναι ἀνθρωποκτόνος (Α´ Ἰω. γ´ 15). Φόνος εἶναι καὶ ἡ ἔκτρωσις.

ΕΝΤΟΛΗ 7η: «Οὐ μοιχεύσεις». Ὁ Χριστὸς συνεπλήρωσε ὅτι καὶ τὸ νὰ κοιτάξῃ κανεὶς μὲ σαρκικὴ ἐπιθυμία, εἶναι μοιχεία. Ὅποιος δὲ ὑπανδρευθῇ χωρισμένη γυναῖκα γίνεται μοιχὸς (Ματθ. ε´ 31-32).

ΕΝΤΟΛΗ 8η: «Οὐ κλέψεις». Νὰ μὴ στερεῖτε τὸν ἄλλον ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ τοῦ ἀνήκει. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀδικία καὶ ἡ πλεονεξία εἶναι κλοπή. Ὁ Κύριος συνιστᾷ ὄχι μόνον νὰ μὴ κλέβουμε καὶ ἀδικοῦμε, ἀλλὰ νὰ εὐεργετοῦμε καὶ νὰ ἐλεοῦμε τοὺς συνανθρώπους μας.

ΕΝΤΟΛΗ 9η: «Οὐ ψευδομαρτυρήσεις», ἤτοι νὰ μὴ δίνετε ψευδῆ μαρτυρίαν. Ὁ Χριστὸς ἀπαγορεύει τὴν ψεύτικη δι᾿ ὅρκου μαρτυρίαν. Ἀπαγορεύει μάλιστα ἐντελῶς κάθε ὅρκο.

ΕΝΤΟΛΗ 10η: «Νὰ μὴ ἐπιθυμοῦμε τ᾿ ἀγαθὰ τοῦ πλησίον μας». Σύμφωνα μὲ τὴν Καινὴ Διαθήκη, ζῶντες ἐν ἀγάπῃ Χριστοῦ, δὲν πρέπει νὰ ἐπιθυμοῦμε, νὰ λαχταροῦμε, οὔτε νὰ φθονοῦμε τὰ ἀγαθὰ τοῦ πλησίον μας.

Ἡ ὅλη Διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ στηρίζεται στὴν ἀγάπη, ἐν Ὀρθοδόξῳ ὅμως Χριστιανικῇ Πίστει καὶ μακρὰν ἀπὸ κάθε εἴδους πλάνην, μακρὰν ἀπὸ κάθε εἴδους θρηοκευτικὴν παραπλάνησιν μὲ ψευτοένδυμα Χριστοῦ. «Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας», εἶπεν ὁ Κύριος, «εὔχεσθε στὸν Θεὸ γι᾿ αὐτοὺς ποῦ σᾶς καταρῶνται, εὐεργετεῖτε ὅσους σᾶς μισοῦν, προσεύχεσθε στὸν Θεὸ γιὰ ὅσους σᾶς περιφρονοῦν, γιὰ νὰ γίνετε τέκνα τοῦ ἐν Οὐρανοῖς Πατρός σας ὁ ὁποῖος ἀνατέλλει τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους» (Ματθ. ε´ 44-45).

--------------------------------------------------------------------------------

Τι λέει η Αγία Γραφή για το ρατσισμό, την προκατάληψη και τη μεροληψία;

http://www.gotquestions.org/Greek/Greek-racism-Bible.html

Απάντηση: Το πρώτο που πρέπει να καταλάβουμε σ` αυτή τη συζήτηση είναι ότι υπάρχει μόνο μια φυλή – η ανθρώπινη φυλή. Καυκάσιοι, Αφρικανοί, Ασιάτες, Ινδοί, Άραβες, Εβραίοι κλπ. δεν είναι διαφορετικές φυλές. Μάλλον, είναι διαφορετικές εθνικότητες της ανθρώπινης φυλής. Όλοι οι άνθρωποι έχουν τα ίδια φυσικά χαρακτηριστικά (με μικρές παραλλαγές φυσικά). Το πιο σημαντικό, όλοι οι άνθρωποι έχουν δημιουργηθεί σύμφωνα με την εικόνα και την ομοίωση του Θεού (Γένεση 1:26-27). Ο Θεός αγαπάει ολόκληρο τον κόσμο (Κατά Ιωάννη 3:16). Ο Ιησούς έδωσε τη ζωή Του για τον καθένα στον κόσμο (Α` Ιωάννη 2:2). «Ολόκληρος ο κόσμος» προφανώς περιλαμβάνει όλες τις εθνικότητες της ανθρωπότητας.

Ο Θεός δεν μεροληπτεί ούτε κάνει διακρίσεις (Δευτερονόμιο 10:17, Πράξεις 10:34, Ρωμαίους 2:11, Εφεσίους 6:9), και ούτε εμείς θα πρέπει να κάνουμε. Στο Ιάκωβος 2:4 περιγράφεται ο καθένας που μεροληπτεί ως «κριτής με πονηρές σκέψεις». Αντίθετα, πρέπει να «αγαπάμε τον πλησίον μας όπως τον εαυτό μας» (Ιάκωβος 2:8). Στην Παλαιά Διαθήκη, ο Θεός χωρίζει την ανθρωπότητα σε δυο «φυλετικές» ομάδες: τους Εβραίους και τους Εθνικούς. Η πρόθεση του Θεού ήταν για τους Εβραίους να είναι ένα Βασίλειο ιερέων, που θα διακονεί στα έθνη. Αντί αυτού, στο μεγαλύτερο μέρος, οι Εβραίοι έγιναν περήφανοι για τη θέση τους και περιφρόνησαν τους Εθνικούς. Ο Ιησούς Χριστός έβαλε ένα τέλος σ` αυτό, γκρεμίζοντας το εχθρικό τείχος που τους χώριζε (Εφεσίους 2:14). Όλοι οι τύποι ρατσισμού, προκατάληψης και μεροληψίας είναι προσβλητικοί για το έργο του Χριστού στο σταυρό.

Ο Ιησούς μας έδωσε εντολή να αγαπάμε ο ένας τον άλλο καθώς Αυτός μας αγάπησε (Κατά Ιωάννη 13:34). Αν ο Θεός είναι αμερόληπτος, και μας αγαπά χωρίς διακρίσεις, αυτό σημαίνει ότι κι εμείς πρέπει να αγαπάμε τους άλλους στον ίδιο υψηλό βαθμό. Ο Ιησούς διδάσκει στο τέλος του Κατά Ματθαίον 25 ότι οτιδήποτε κάνουμε στους άσημους αδερφούς Του, το κάνουμε σ` Αυτόν. Αν φερόμαστε με περιφρόνηση σ` ένα πρόσωπο, κακομεταχειριζόμαστε ένα πρόσωπο που δημιουργήθηκε κατά την εικόνα του Θεού, πληγώνουμε κάποιον που ο Θεός αγαπά και για τον οποίο πέθανε ο Ιησούς.

Ο ρατσισμός, σε διάφορες μορφές και σε διαφορετικό βαθμό, υπήρξε μια πληγή της ανθρωπότητας για χιλιάδες χρόνια. Αδελφοί και αδελφές από όλες τις εθνικότητες, αυτό δεν πρέπει να συμβαίνει! Εσείς που είστε θύματα του ρατσισμού, της προκατάληψης και της μεροληψίας – πρέπει να συγχωρήσετε. Στην Εφεσίους 4:32 διακηρύττει, «Να φέρεστε μεταξύ σας με καλοσύνη κι ευσπλαχνία, και να συγχωρείτε ο ένας τον άλλο, όπως κι ο Θεός συγχώρησε κι εσάς δια του Χριστού». Όχι, οι ρατσιστές δεν αξίζουν τη συγχώρησή σας, αλλά εμείς αξίζαμε τη συγχώρηση του Θεού πολύ λιγότερο! Εσείς που φέρεστε με ρατσισμό, προκατάληψη και μεροληψία – πρέπει να μετανοήσετε και «…προσφέρετε τον εαυτό σας στο Θεό, όπως ταιριάζει σε ανθρώπους που πέθαναν κι αναστήθηκαν για μια νέα ζωή. Να κάνετε κάθε μέλος σας όπλο στα χέρια του Θεού για το καλό» (Ρωμαίους 6:13). Είθε το Γαλάτας 3:28 να γίνει πλήρως κατανοητό, «Δεν υπάρχει πια Ιουδαίος και ειδωλολάτρης, δεν υπάρχει δούλος και ελεύθερος, δεν υπάρχει άντρας και γυναίκα. Όλοι σας είστε ένας, χάρη στον Ιησού Χριστό».

Οι Τελώνες των Ευαγγελίων


Νίκος Παύλου
Θεολόγος-Καθηγητής Δ.Ε.

Συμβολή στην ιστορία των χρόνων της Καινής Διαθήκης



Εικόνα: Συλλογή φόρων από τελώνες. (Ανάγλυφο του 2ου αι. μ. Χ.)





Στην εποχή του Ιησού, τον 10 αι. μ.Χ., έργο των Τελωνών ήταν κυρίως η είσπραξη των τελών, δηλ. των έμμεσων φόρων. Όπως είναι γνωστό πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους ήταν άδικοι και άπληστοι, ενώ αυτά που συνέλεγαν έπρεπε να ικανοποιούν την κρατική εξουσία που τους είχε παραχωρήσει αυτό το έργο, αλλά και τους ίδιους. Εξ αιτίας αυτών, σύμφωνα με πολλούς ερευνητές,(1), θεωρούνταν από την κοινωνία της Παλαιστίνης μισητοί και ξένα σώματα, που δεν ανήκαν στους “υιούς του Αβραάμ” κάτι που κυρίως ισχυρίζονταν οι ιουδαϊκές θρησκευτικές παρατάξεις, (2), ενώ εξισώνονταν με τους αμαρτωλούς , τους εθνικούς και τις πόρνες.
Ο Π. Ν. Τρεμπέλας,(3), συνδέει την δυσμενή αντιμετώπιση των τελωνών από τους ευσεβείς Ιουδαίους, με την αργία του Σαββάτου και την επαφή τους με Έλληνες (δηλ. ειδωλολάτρες) εμπόρους την ιερή ημέρα. Όπως γράφει “αι απαιτήσεις του επαγγέλματός των (των τελωνών) καθίστων πρακτικώς αδύνατον την τήρησιν του Σαββάτου (Έλληνες έμποροι διέσχιζον τα σύνορα κατά το Σάββατον και συνεπώς οι τελώναι ώφειλον να ευρίσκονται εκεί κατά την ημέραν ταύτην). Ούτω δε ήσαν εν διαρκεί επαφή μετά του εθνικού κόσμου. Ουδείς ευσεβής Ιουδαίος θα εξέλεγε τοιούτον επάγγελμα”.
Παραπλήσια, χωρίς να είναι ακριβώς ίδια, φαίνεται να είναι η θέση του G. B. Caird, ο οποίος συναρτά το κοινωνικό στίγμα των τελωνών με την συνεργασία που είχαν –εξ αιτίας του επαγγέλματός τους- με εθνικούς ανώτερους υπάλληλους και εμπόρους. Παράλληλα και αυτός υπογραμμίζει πως οι άδικοι μέθοδοι που χρησιμοποιούσαν εξασκώντας το επάγγελμά τους (εκβιασμοί ) τους οδηγούσαν στην κοινωνική περιθωριοποίηση.(4)
Πράγματι το επάγγελμα –και πιθανόν η καταγωγή τους, όπως θα φανεί παρακάτω –τοποθετούσε τους τελώνες πολύ χαμηλά στην κοινωνική κλίμακα της Παλαιστίνης. Είναι γνωστό πως ο λαός παρόλη την προφανή οικονομική τους επιφάνεια δεν τους εκτιμούσε, ενώ οι νομοδιδάσκαλοι και οι Φαρισαίοι τους χρησιμοποιούσαν ως παραδείγματα προς αποφυγή. Θεωρούνταν αδιανόητο, όπως συμπεραίνεται από αρκετά χωρία της Καινής Διαθήκης, να τρώει κάποιος μαζί τους στο ίδιο τραπέζι ή να πηγαίνει σπίτι τους, ενώ σε καμία περίπτωση οι ραβίνοι δεν θα δέχονταν έναν τελώνη για μαθητή τους, (5), γιατί τότε, εφόσον είχαν τέτοιες συναναστροφές, θα γίνονταν υπαινιγμοί σε βάρος τους, κάτι που συνέβη στον Ιησού, και θα κινδύνευαν να χαρακτηριστούν και αυτοί αμαρτωλοί που δεν τηρούσαν τα καθιερωμένα.
Αυτές οι ενδεικτικές ακραίες εκδηλώσεις σε βάρος των τελωνών είναι δύσκολο να ερμηνευτούν μόνο ως αποτέλεσμα της απληστίας τους και του σκληρού τρόπου με τον οποίο συγκέντρωναν τα οφειλόμενα στην εξουσία. Άραγε στην ιουδαϊκή κοινωνία των χρόνων του Ιησού δεν θα υπήρχαν και άλλες επαγγελματικές ομάδες, οι οποίες εξαιτίας της εργασίας τους, θα φέρονταν με σκληρότητα προκαλώντας το μίσος των πολιτών; Για παράδειγμα οι στρατιώτες της φρουράς των Ηρωδών, (μεταξύ των οποίων υπήρχαν και άτομα ιουδαϊκής καταγωγής) που, και συνεργάζονταν με τους Ρωμαίους και έπαιρναν μέρος σε αντιδημοφιλείς ενέργειες, σαν τη σύλληψη του Ιωάννη του Βαπτιστή, γιατί να ήταν περισσότερο αποδεκτοί, κοινωνικά και θρησκευτικά απ’ ότι οι τελώνες. Ή γιατί να μην εξισώνονται με τους εθνικούς και τις πόρνες αυτοί που ασκούσαν επονείδιστα επαγγέλματα στην Παλαιστίνη,(6), όπως π. χ. οι κάπηλοι και οι έμποροι των καρπών του Σαββατικού έτους. Και τέλος, γιατί να μην θεωρούνται άνθρωποι του Θεού, άτομα όπως ο αρχιτελώνης Ζακχαίος που η συμπεριφορά του φανέρωνε και τις θρησκευτικές του ανησυχίες και την συμπάθειά του, σε λανθάνουσα ίσως μορφή, για τους αναξιοπαθούντες συμπολίτες του.
Βεβαίως είναι σοβαροί λόγοι, εφόσον ισχύουν, η μη τήρηση της αργίας του Σαββάτου και η συναναστροφή με ειδωλολάτρες υπαλλήλους και εμπόρους ώστε να θεωρηθούν οι τελώνες θρησκευτικά και κοινωνικά απόβλητοι. Τίθεται όμως το ερώτημα: Εφόσον οι ίδιοι ήταν υπεύθυνοι των τελωνείων, δεν θα μπορούσαν, αν το ήθελαν, να σταματούν την εργασία τους αυτή την ημέρα και να ζητούν από τους εμπόρους να περιμένουν την επόμενη για να πληρώσουν τους δασμούς και να περάσουν; Άλλωστε κανένας δεν θα τους ανάγκαζε να εργαστούν το Σάββατο, αφού οι ίδιοι ως επιχειρηματίες είχαν ενοικιάσει τους φόρους και τους εισέπρατταν πλέον για δικό τους όφελος. Ταυτόχρονα είναι γνωστή η ανοχή που έδειχναν στις θρησκευτικές ευαισθησίες των Ιουδαίων οι Ρωμαίοι επίτροποι και οι Ηρώδες.(7). Έτσι είναι δύσκολο να δεχτεί κάποιος πως θα διέταζαν τους εισπράκτορες των τελών να συναλλάσσονται την ημέρα της θρησκευτικής αργίας. Τέλος οι τελώνες δεν θα ήταν οι μοναδικοί Ιουδαίοι που θα είχαν συνεργασία με εθνικούς. Οπότε και πάλι αυτοί οι λόγοι δεν επαρκούν για να δικαιολογήσουν την δεινή θρησκευτική τους θέση που περιγράφουν τα Ευαγγέλια.
Άρα συνθετότερα φαίνονται να είναι τα αίτια της κοινωνικής απόρριψης, της απέχθειας και του μίσους που έτρεφαν οι κάτοικοι της Παλαιστίνης για τους τελώνες. Το πιθανότερο –και αυτή η θέση θα υποστηριχτεί στη συνέχεια- είναι πως η αντίδραση εναντίον τους οφείλονταν κυρίως στη θρησκευτική φόρτιση που είχε ο φόρος για τους κατοίκους της Παλαιστίνης. Είναι γνωστό πως για τους Ιουδαίους η απόδοση του φόρου ήταν καθαρά μία θρησκευτική πράξη, που, εκτός των άλλων, ξεκαθάριζε το ζήτημα της κυριαρχίας της άγιας γης. Άλλωστε ένας από τους κύριους λόγους για τον οποίο ξεσηκώθηκαν οι Ζηλωτές, ήταν η αντίδρασή τους στην προσφορά φόρου στον κατακτητή, πράγμα που φανερώνει τη θρησκευτική ιδιαιτερότητά του.
Τέλος, πρέπει να τονιστεί πως οι τελώνες δεν ήταν απαραίτητα αποξενωμένοι από το Θεό και το λαό, όπως τους παρουσίαζαν κυρίως οι Φαρισαίοι. Αυτό το γεγονός αντανακλάται στις μαρτυρίες των Ευαγγελίων και ενισχύεται από την μαρτυρία του Ιώσηπου, ο οποίος στο δεύτερο βιβλίο του “ Ιουδαϊκού πολέμου” αναφέρεται στην βοήθεια που προσέφερε ο τελώνης Ιωάννης στην ιουδαϊκή κοινότητα της Καισάρειας την εποχή του Νέρωνα. Συγκεκριμένα έδωσε μαζί με άλλους επιφανείς Ιουδαίους οκτώ τάλαντα στο ρωμαίο επίτροπο Φλώρο (64-66), ώστε αυτός να ευνοήσει τους συμπατριώτες του Ιουδαίους σε διένεξη που είχαν με τους Έλληνες κατοίκους της πόλης, (8).



Η θέση των τελωνών στο φορολογικό σύστημα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας

Για να γίνουν καλύτερα κατανοητές οι επαγγελματικές δραστηριότητες των τελωνών και οι λόγοι που ο λαός της Παλαιστίνης τους θεωρούσε παραδείγματα προς αποφυγήν θα πρέπει εδώ, δι’ ολίγων, να γίνει αναφορά στο φορολογικό σύστημα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.(9).
Η φορολογία στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία ήταν μία υπόθεση που αφορούσε αποκλειστικά τις επαρχίες.(10), Από αυτές εισπράττονταν οι φόροι του κράτους , που ήταν ή σε χρήμα (11) ή σε είδος (σιτάρι, άλλα τρόφιμα κ. α.).(12). Κάθε μία από αυτές έπρεπε να δίνει ή το ένα ή το άλλο. Υπήρχαν όμως και επαρχίες, όπως η Αίγυπτος, που υποχρεώνονταν να δίνουν και τα δύο.
Για να πληρώνει μία επαρχία μόνο χρηματικό φόρο στον κατακτητή θα έπρεπε στο έδαφός της να μην υπάρχουν στρατιωτικές μονάδες (13) , στις οποίες θα καταβάλλονταν ο ανεφοδιασμός τους ή να υπάρχουν ελάχιστες. Η Παλαιστίνη ανήκε σ’ αυτή την κατηγορία. Όπως είναι γνωστό, την εξουσία εδώ την ασκούσαν οι φόρου υποτελείς ο εθνάρχης Αρχέλαος και οι τετράρχες που όλοι ανήκαν στην οικογένεια των Ηρωδών, ενώ την Ιουδαία την κυβερνούσε ο ρωμαίος επίτροπος που είχε την έδρα του στην Καισάρεια. Οι Ηρώδες , προφανώς φρόντιζαν για τους δικούς τους στρατιώτες, ενώ στην Ιουδαία υπήρχε ουσιαστικά μόνο η ρωμαϊκή φρουρά που έδρευε στο φρούριο Αντωνία της Ιερουσαλήμ σαν μόνιμη στρατιωτική εγκατάσταση.(14).
Οι επαρχίες έπρεπε να φροντίζουν για τον εφοδιασμό της Ρώμης με σιτάρι και να παρέχουν τροφή στους αξιωματούχους και τους στρατιώτες. Ταυτόχρονα έπρεπε να δίνουν και μετρητά στα όργανα της αυτοκρατορίας, ενώ μπορούσαν να υπάρξουν και φόροι με ειδική έγκριση του αυτοκράτορα, όπως για παράδειγμα ο φόρος στο Ναό που έδιναν οι κάτοικοι της Παλαιστίνης.
Εκτός από τους άμεσους φόρους σημαντικοί ήταν και οι έμμεσοι που εισπράττονταν υπό τη μορφή δασμών για τα εμπορεύματα που διακινούνταν από μία επαρχία ή περιοχή της αυτοκρατορίας σε μία άλλη. Ειδικοί χώροι, τα τελωνεία, υπήρχαν γι’ αυτό το σκοπό. Ένα τέτοιο, όπως πληροφορούν οι συνοπτικοί Ευαγγελιστές, βρίσκονταν στην περιοχή της Καπερναούμ, στο οποίο έγινε η κλήση του Ματθαίου. Στη Γαλιλαία (14α) φαίνεται να είναι άμεση η εξάρτηση του φόρου από τις παραγωγικές διαδικασίες που σχετιζόταν με τη λίμνη Γεννησαρέτ (αλιεία, συντήρηση αλιευμάτων κοκ.).
(Εικόνα: Η Γαλιλαία τον 1ο αιώνα μ. Χ.)
Συνηθισμένο φαινόμενο ήταν η ενοικίαση των φόρων της αυτοκρατορίας από μεγάλους επιχειρηματίες, τους δημοσιώνες, ή από όμιλο, που τον αποτελούσαν οι τελώνες, αν επρόκειτο για τέλη, των οποίων ήταν χαρακτηριστική η ποικιλία στο ρωμαϊκό κράτος.(15). Επικεφαλής τέτοιου ομίλου, που δημιουργούσε μία εταιρεία, ήταν ο αρχιτελώνης. Χαρακτηριστική περίπτωση ήταν ο Ζακχαίος, που, όπως φαίνεται στο ευαγγέλιο του Λουκά, είχε ενοικιάσει με άλλους συναδέλφους του, τους δασμούς του τελωνείου της Ιεριχώς.
Ο Ματθαίος προτού γίνει μαθητής του Χριστού ήταν τελώνης που ανήκε στον όμιλο επιχειρηματιών που είχαν μισθώσει το τελωνείο της Καπερναούμ. Δουλειά του ήταν η είσπραξη των δασμών για τα εμπορεύματα που διακινούνταν από την περιοχή του Ηρώδη Αντίπα σ’ αυτή του Φιλίππου.
Ζητούμενο είναι από ποια αρχή οι τελώνες της Παλαιστίνης ενοικίαζαν τους φόρους. Από τους Ρωμαίους ή από τους τοπικούς υποτελείς ηγεμονίσκους; Φυσικά για την περιοχή της Ιουδαίας δεν τίθεται θέμα. Εφόσον εδώ την εξουσία την ασκούσαν οι ρωμαίοι επίτροποι θα είχαν στην δικαιοδοσία τους και τους φόρους, οπότε αυτοί θα τους ενοικίαζαν στους ομίλους των επιχειρηματιών. Όσο για τις άλλες περιοχές οι φόροι ενοικιάζονταν από τους Ηρώδες , οι οποίοι ασκούσαν την εξουσία στο εσωτερικό τους. Άρα οι τελώνες της Γαλιλαίας, και μεταξύ αυτών και ο Ματθαίος, εισέπρατταν τα τέλη, που ενοικίαζαν από τον Ηρώδη Αντίπα.
( Εικόνα:Νόμισμα Ηρώδη Αντίπα με ελληνική επιγραφή)
Ανακεφαλαιώνοντας, φαίνεται πως οι τελώνες συγκροτούσαν εταιρείες με σκοπό την είσπραξη των τελών μιας ορισμένης περιοχής. Τα είχαν ενοικιάσει είτε από τη ρωμαϊκή αρχή ή από τους ανθρώπους που ασκούσαν μια “ανεξάρτητη” εξουσία σε μία περιοχή υπό την κηδεμονία του αυτοκράτορα. Μπορεί ο τρόπος που συγκέντρωναν τους φόρους να ήταν σκληρός και απάνθρωπος, δεν σημαίνει όμως πως υποχρεωτικά μόνο γι’ αυτό θα έπρεπε να τοποθετηθούν στο ίδιο επίπεδο με τους αμαρτωλούς και τους εθνικούς και να θεωρηθούν παραβάτες του νόμου του Θεού.

Οι αντιλήψεις των Ιουδαίων της εποχής του Ιησού για τη φορολογία

Γράφοντας ο ιουδαίος ιστορικός Ιώσηπος για την επανάσταση του Ιούδα του Γαλιλαίου τονίζει μεταξύ των άλλων: “(Όταν έγινε επίτροπος ο Κωπώνιος)…τις ανήρ Γαλιλαίος Ιούδας όνομα εις απόστασιν ενήγε τους επιχωρίους, κακίζων ει φόρον τε Ρωμαίοις τελείν υπομένουσιν και μετά τον Θεόν οίσουσι θνητούς δεσπότας” (Ιουδ. Πόλεμος ΙΙ 118). Δηλαδή ο βασικός λόγος που ξεκίνησε ο αγώνας του Ιούδα και των Ζηλωτών εναντίον των Ρωμαίων ήταν η φορολογία που υποχρεωνόταν να δίνει ο λαός του Θεού στους κατακτητές.
Αυτή η ιδιαίτερη ευαισθησία των Ιουδαίων για τη φορολογία (16) είχε καθαρά θρησκευτικό κίνητρο. Σύμφωνα με τις κρατούσες αντιλήψεις που αντικατοπτρίζονται στην παραπάνω μαρτυρία του Ιώσηπου η απόδοση φόρου σε κάποιον σήμαινε πως αυτός αναγνωρίζονταν ως αφέντης και κυρίαρχος. Για το μωσαϊκό νόμο όμως και τους κατοίκους της Παλαιστίνης τέτοιος ήταν μόνο ο Θεός. Σύμφωνα με το Λευιτικόν (25,23) “και η γη ου πραθήσεται εις βεβαίωσιν, εμή γαρ έστιν η γη, διότι προσήλυτοι και πάροικοι υμείς εστέ εναντίον μου”.
Δίνοντας λοιπόν εισφορές στο Ναό του Θεού και αυτοί που κατοικούσαν στην Παλαιστίνη και αυτοί που βρίσκονταν στη διασπορά αυτόματα έδειχναν ποιος είναι ο κυρίαρχος : Μόνο ο Θεός και μόνο στο Ναό Του έπρεπε να αποδίδεται ο φόρος που αποκτούσε έτσι έναν θρησκευτικό συμβολισμό. Βεβαίως , μετά από όλα αυτά, είναι αυτονόητη η αντίθεση των παραπάνω θέσεων του Ιουδαϊσμού με την επαχθή φορολογία, που επέβαλλαν οι ρωμαίοι κατακτητές και οι συνεργάτες τους Ηρώδες, την οποία εισέπρατταν έμμεσα μέσω των τελωνών, που ήταν ουσιαστικά τα εκτελεστικά όργανά τους.
Σε τελική ανάλυση το μεγάλο ζήτημα που έθετε ο φόρος ήταν ποιος θεωρείται δεσπότης της Παλαιστίνης ο Θεός ή οι Ρωμαίοι; Αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης το δίλημμα της θεοκρατικής ιουδαϊκής κοινωνίας: Αν πλήρωναν αυτά που ζητούσαν οι κατακτητές αμέσως αναγνώριζαν τους “θνητούς δεσπότας” όπως γράφει ο Ιώσηπος. Κάτι φοβερό για τους ευσεβείς Ιουδαίους που ήταν σχεδόν αδύνατο να αποδεχτούν. Όπως βέβαια δε θα αποδέχονταν με τίποτα και τους εισπράκτορες των οφειλόμενων στη Ρώμη, τους τελώνες, κάτι απόλυτα φυσικό για τη νοοτροπία τους. Ήταν όμως και αδύνατο, όπως είναι φυσικό, να μη πληρώσουν τους φόρους ή τα τέλη στα όργανα –άμεσα ή έμμεσα – της Αυτοκρατορίας. Γι’ αυτό το ερώτημα που τίθεται είναι σε ποιον θα ξεσπούσε η οργή και ο θρησκευτικός αποτροπιασμός . Η απάντηση είναι στους τελώνες που ήταν τα εύκολα θύματα, εφόσον – είτε το ήθελαν είτε όχι οι Φαρισαίοι – ανήκαν και αυτοί στην ιουδαϊκή κοινωνία.
Χαρακτηριστικό της ιδιάζουσας θέσης που είχε ο φόρος είναι ο τρόπος με τον οποίο προσπάθησαν να παγιδέψουν τον Ιησού μέλη των θρησκευτικοκοινωνικών παρατάξεων. Με σκοπό να τον παραδώσουν στους ρωμαίους τον ρώτησαν αν επιτρέπεται να πληρώνουν φόρο στον αυτοκράτορα. Όπως είναι γνωστό ο Κύριος με την απάντησή του, τους άφησε κατάπληκτους και τους ανάγκασε να φύγουν.(17).
(Εικόνα: Αναπαράσταση του Ναού του Ηρώδη)
Τώρα, όσον αφορά το φόρο στο Ναό, ενδιαφέρον παρουσιάζει το χωρίο Ματθ. 17,24-27. Εδώ οι ειδικοί εισπράκτορες του (“οι τα δίδραχμα λαμβάνοντες”) φτάνουν στην Καπερναούμ και ζητούν από τον Πέτρο να τους πληροφορήσει αν ο Χριστός πληρώνει το φόρο. Μετά από στιχομυθία του αποστόλου με τον Ιησού αυτός δέχεται να δώσει το συγκεκριμένο ποσόν “ ίνα δε μη σκανδαλίσωμεν αυτούς” (17,27). Δηλαδή η μη απόδοση του ήταν αιτία σκανδαλισμού και είναι γνωστό από τις μωσαϊκές διατάξεις, (18), πόση βαρύτητα είχε ένα τέτοιο παράπτωμα, στο οποίο και ο Ιησούς έδινε μεγάλη σημασία (πρβλ. από την επί του Όρους ομιλία: “ει δε ο οφθαλμός σου ο δεξιός σκανδαλίζει σε, έξελε αυτόν και βάλε από σου” Ματθ. 5,29).



Οι μαρτυρίες των Ευαγγελίων για τους τελώνες
Είναι γνωστό πως οι ευαγγελικές αναφορές στους τελώνες περιορίζονται στην αφήγηση των τριών Συνοπτικών. Και εδώ όμως μόνο ο Ματθαίος και ο Λουκάς κάνουν λόγο γι’ αυτούς πάνω από μία φορά. Ο Μάρκος ασχολείται μαζί τους μόνο στο επεισόδιο της κλήσης του Λευί και στο τραπέζι που ακολουθεί.
Η αρχική τοποθέτηση των ευαγγελικών χωρίων που αναφέρονται στους τελώνες δεν φαίνεται να είναι διαφορετική από την αντίληψη που είχαν οι Φαρισαίοι και η ιουδαϊκή κοινωνία γι’ αυτούς. Και εδώ οι εισπράκτορες των φόρων παρουσιάζονται ως άνθρωποι αμαρτωλοί, μακριά από το Θεό και το νόμο του. Στην εξέλιξη όμως των περισσότερων επεισοδίων φαίνεται η διαφορετική αντιμετώπισή τους από τα Ευαγγέλια: ενώ για τους φαρισαίους δεν υπάρχει καμία περίπτωση σωτηρίας των τελωνών, εδώ όχι μόνο περιγράφονται οι πιθανότητες να σωθούν, αλλά πολλές φορές έχουν ήδη σωθεί.
Δύο φαίνεται να είναι οι βασικές ομάδες χωρίων στα οποία συμμετέχουν τελώνες : στην πρώτη, κυρίως μέσα από λόγια του Ιησού, απηχείται η αντίληψη των ανθρώπων της Παλαιστίνης γι΄ αυτούς, διαφαίνεται όμως ταυτόχρονα και θρησκευτική δικαίωση αυτής της επαγγελματικής ομάδας. Στη δεύτερη, μέσα από σειρά επεισοδίων παρουσιάζεται η συναναστροφή τους με τον Ιησού και οι συνέπειες που φέρνει αυτή. Είναι γνωστό πως γίνεται αφορμή ώστε να του αποδοθούν κατηγορίες από τις θρησκευτικές παρατάξεις της Παλαιστίνης. Τέλος η διήγηση για τους τελώνες που πηγαίνουν να βαπτισθούν από τον Ιωάννη και ο τελώνης της γνωστής παραβολής του Λουκά θα πρέπει να τοποθετηθούν ξεχωριστά από τις παραπάνω ομάδες,
Στη συνέχεια παρατίθενται τα σχετικά με τους τελώνες ευαγγελικά χωρία ανά ευαγγελιστή και ομάδα. Για διευκόλυνση η πρώτη ομάδα συμβολίζεται με το Α, η δεύτερη με το Β και οι δύο μεμονωμένες περιπτώσεις με το Γ

Ματθαίος
  1. 5,43-48.Οι τελώνες αγαπούν μόνο όσους τους αγαπούν Α
  2. 9,9-13.Η κλήση του Ματθαίου και το φαγητό με τους τελώνες Β
  3. 10,3. Ένας από τους μαθητές:Ματθαίος ο τελώνης Β
  4. 11,19. Ο Υιός του Ανθρώπου κατηγορείται πως συναναστρέφεται με τελώνες Β
  5. 18,17. Ο τελώνης είναι εξομοιωμένος με τους ειδωλολάτρες Α
  6. 21,31-32. Οι τελώνες και οι πόρνες θα εισέλθουν πριν από τους αρχιερείς και τους πρεσβύτερους του λαού, στη Βασιλεία του Θεού , γιατί πίστεψαν στον Ιωάννη το Βαπτιστή Α

Μάρκος
  1. 2,13-17. Η κλήση του Λευί και το τραπέζι με τους τελώνες Β

Λουκάς
  1. 3,12-13.Οι τελώνες στον Ιωάννη Γ
  2. 5,27-32. Η κλήση του Λευί και το τραπέζι με τους τελώνες Β
  3. 7,29-30. Ακόμη και οι τελώνες – σε αντίθεση με τους Φαρισαίους και τους Νομοδιδασκάλους –βαπτίζονται από τον Ιωάννη Α
  4. 7,34. Ο Υιός του Ανθρώπου κατηγορείται για συναναστροφή με τελώνες Β
  5. 15,1 κ.ε. Οι τελώνες και οι αμαρτωλοί που πλησιάζουν και ακούνε τον Ιησού γίνονται αφορμή για τις παραβολές του χαμένου προβάτου, της χαμένης δραχμής και του ασώτου υιού (ή του Πατέρα που αγαπάει εξίσου τα παιδιά του ) Β
  6. 18,10-13. Παραβολή Τελώνη και Φαρισαίου Γ
  7. 19,1-10. Η συνάντηση του Ιησού με τον αρχιτελώνη Ζακχαίο Β

Στη συνέχεια θα δοθούν κάποια στοιχεία, απαραίτητα για την ορθή κατανόηση των παραπάνω ευαγγελικών εδαφίων. Έτσι, παράλληλα χωρία –με την στενή έννοια και μόνον σε ότι αφορά τους τελώνες –είναι τα εξής :
Η κλήση του Ματθαίου –εφόσον δεχόμαστε την ταύτισή του με τον Λευί –και το τραπέζι που γίνεται κατόπιν. (Ματθ. 9,9-13 = Μαρκ. 2,13-17 =Λουκ. 5,27-32)
Ο Υιός του Ανθρώπου κατηγορείται για συναναστροφή με τελώνες ( Ματθ. 11,19 = Λουκ. 7,34)
Αυτοί οι στίχοι (Ματθ. 11,19 =Λουκ.7,34 ) ανήκουν στην ομάδα Β των χωρίων που αναφέρονται στους τελώνες. Μπορεί να φαίνεται εδώ η άποψη της ιουδαϊκής κοινωνίας γι’ αυτή την συναναστροφή, στηρίζεται όμως σε πραγματικό γεγονός. Δεν είναι ούτε αντίληψη κάποιων ούτε έκφραση που χρησιμοποιούνταν γι’ αυτή την επαγγελματική τάξη.
Το χωρίο Ματθ. 21,31- 32 είναι ουσιαστικά παράλληλο με το Λουκ. 7,29-30, έχοντας ως βάση το ίδιο λόγιο του Ιησού. Αντικαθίστανται όμως οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του λαού με τους Φαρισαίους και τους Νομοδιδασκάλους. Ενώ το χωρίο Ματθ. 5,43-48 ανήκει στο μέρος της επί του Όρους ομιλίας που αναφέρεται στην αγάπη για το συνάνθρωπο. Έχει ως παράλληλό του το εδάφιο Λουκ. 6,27-28 ‘ 32-36. Εδώ όμως οι τελώνες αντικαθίστανται με τους αμαρτωλούς.
Το επάγγελμα του Ματθαίου παρατίθεται μόνο στον κατάλογο του στενού κύκλου των μαθητών (Ματθαίος ο τελώνης ). Ενώ στο ευαγγέλιο του Λουκά αρκετές από τις αναφορές στους τελώνες ανήκουν στο ιδιαίτερο υλικό του ευαγγελιστή.
Σ’ αυτό το σημείο είναι απαραίτητη αυτή η γενική παρατήρηση: παντού λοιπόν, όπου γίνεται λόγος για τους τελώνες, σ’ όλα τα ευαγγελικά εδάφια, -εκτός από εκείνα που απηχούν αντιλήψεις της ιουδαϊκής κοινωνίας- αυτοί χρησιμοποιούνται για ν’ αποτελέσουν το “αντίπαλον δέος” στους Φαρισαίους και τους νομοδιδασκάλους και να δικαιώσουν τις επιλογές του Ιησού και την διδασκαλία του περί φανέρωσης των μυστικών της Βασιλείας του Θεού στα “νήπια” (Ματθ. 11,25= Λουκ.10,21 ). Αν μάλιστα στον όρο “νήπια” συμπεριληφθούν και τα άτομα, τα οποία η ιουδαϊκή κοινωνία τα αντιλαμβάνονταν ως πνευματικά ανώριμα, που, επειδή δεν μπορούσαν να πλησιάσουν το Θεό οδηγούνταν σε “ασεβή” επαγγέλματα μη αποδεκτά (τελώνες, πόρνες κ. α. ), τότε φαίνεται η άμεση σχέση των “νηπίων” με αυτούς που ασκούσαν επονείδιστα επαγγέλματα.
Στην πρώτη ομάδα χωρίων που αναφέρθηκαν παραπάνω αποκαλύπτονται αντιλήψεις της ιουδαϊκής κοινωνίας της εποχής του Ιησού για τους τελώνες: αυτοί λοιπόν αγαπούν μόνο όσους τους αγαπούν και είναι όμοιοι με τους ειδωλολάτρες. Αυτές οι απόψεις μάλλον χρησιμοποιούνται από τον Ιησού για να χρωματίσουν το λόγο του και να κάνουν πιο κατανοητό το κήρυγμά του από το πλήθος που ασφαλώς θα τις γνώριζε. Όλη η δράση του Χριστού δεν επιτρέπει να θεωρηθεί πως Αυτός υιοθετούσε αυτές τις εκφράσεις, Άλλωστε είναι γνωστός ο πρωτοποριακός ρόλος που επιφύλασσε για τους τελώνες.
Το πρόβλημα που ξεπηδάει από την ανάγνωση των χωρίων της δεύτερης ομάδας είναι η λαχτάρα των τελωνών να πλησιάσουν τον Ιησού, να Τον ακούσουν και να καθίσουν να φάνε μαζί Του. Φανερώνει άραγε αυτή τους η συμπεριφορά γνήσιο ενδιαφέρον για το λόγο και το έργο του Χριστού ή απλά δείχνει τον πόθο τους να γίνουν αποδεκτοί από μία σημαίνουσα θρησκευτική προσωπικότητα και έτσι να καταξιωθούν και να δικαιωθούν –αν βέβαια μπορούσε να γίνει αυτό στ’ αλήθεια ή ήταν μόνο μία μύχια ελπίδα τους που δεν θα πραγματοποιούνταν ποτέ – από τη θεοκρατική ιουδαϊκή κοινωνία στην οποία θρησκεία και κοινωνικός σεβασμός συμβάδιζαν; Για ν’ απαντηθεί το ερώτημα νομίζουμε πως πρέπει να ερευνηθούν τα κίνητρα των τελωνών. Υπάρχουν λοιπόν περιπτώσεις όπως ο Ζακχαίος, του οποίου η λαχτάρα για συνάντηση με τον Ιησού τον κάνει να παραβλέψει και την ιλαρότητα που θα μπορούσε να προκαλέσει η συμπεριφορά του αλλά και τον πιθανό κίνδυνο που δημιουργούσε η ανάμειξή του με το πλήθος, εφ’ όσον θεωρούνταν άτομο που ασκεί αντιδημοφιλές επάγγελμα Εδώ φανερώνεται ένας άνθρωπος με γνήσια αγάπη για τον Ιησού και το κήρυγμά του. Το ίδιο συμβαίνει και με το Ματθαίο –και μάλιστα σε πολύ πιο έντονο βαθμό- ο οποίος για να ακολουθήσει τον Ιησού και να γίνει μαθητής του εγκαταλείπει τα πάντα και προσχωρεί στον αποστολικό όμιλο. Πάντως, ενδείξεις για άλλα κίνητρα των τελωνών δεν υπάρχουν στα ευαγγέλια. Δεν είναι όμως απίθανο, αν ληφθεί υπόψη και η κακή γνώμη που είχε η ιουδαϊκή κοινωνία γι’ αυτούς , κάποιους τελώνες να τους ενδιέφερε και το κύρος που θα αποκτούσαν από τη συντροφιά του Ιησού ή ακόμη και να αισθάνονταν δικαιωμένοι για τις επιλογές τους , όταν άκουγαν στο κήρυγμα, πως θα εισέλθουν στη Βασιλεία του Θεού πριν από τους Φαρισαίους και τους Γραμματείς.
Χαρακτηριστικός είναι ο αρνητικός σχολιασμός που κάνουν οι Φαρισαίοι για το κοινό δείπνο του Ιησού με τους τελώνες. Φτάνουν μάλιστα στο σημείο να μη μιλήσουν μαζί του αλλά να κάνουν έλεγχο στους μαθητές του, όχι μόνο για τη δική τους συμμετοχή αλλά και για τη συμμετοχή του δασκάλου τους σ’ αυτό το τραπέζι. Γιατί το κάνουν αυτό; Είναι γνωστό πως η τροφή εκτός των άλλων “καθόριζε τις σχέσεις των Ισραηλιτών μεταξύ τους και με το Θεό. Έτσι η τροφή μπορούσε να συμβολίζει ευλογία ή κρίση, αποδοχή ή απόρριψη ή αμφιβολία ….”. (19). Άρα, σύμφωνα με τις αντιλήψεις αυτές, τρώγοντας μαζί τους ο Ιησούς σημαίνει πως τους αποδέχεται και τους θεωρεί ανθρώπους του Θεού. Έτσι όμως, για τη θρησκευτική παράταξη των Φαρισαίων, εξισώνεται με τους τελώνες και θεωρείται ένας από αυτούς. Ενώ οι μαθητές κάθονται και τρώνε με αυτούς που θεωρούνται αμαρτωλοί ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες του δασκάλου τους. Δεν φαίνεται να έχουν λοιπόν άμεση ευθύνη, μιας και όφειλαν υπακοή σ’ αυτόν. Ταυτόχρονα με αυτή την κίνηση των Φαρισαίων φανερώνεται η προσπάθειά τους να τους τραβήξουν μακριά από τον Ιησού. Ενώ δείχνουν να ελέγχουν , μέσω των μαθητών τον Ιησού, φανερώνουν και το δήθεν “ενδιαφέρον” τους για την αποστολική ομάδα, έχοντας βέβαια ως σκοπό να απομακρύνουν τους μαθητές από το Χριστό, παρουσιάζοντας την “παρακοή” Του στις καθιερωμένες αρχές του Ιουδαϊσμού.
Σημαντικό είναι να ερευνηθεί σε ποιο σκαλοπάτι της ιουδαϊκής κοινωνικής και θρησκευτικής κλίμακας βρίσκονταν οι τελώνες. Έπαιζαν κάποιο ρόλο τα χρήματα που σίγουρα είχαν, στην καταξίωσή τους; Η απάντηση, πιστεύουμε, είναι όχι. Γνωρίζουμε πως την εποχή του Ιησού οι κάτοικοι της Παλαιστίνης κατατάσσονταν στις εξής επτά κατηγορίες: α) Ιερείς, β) Λευίτες γ) ο λαός των Ισραηλιτών δ) τα παράνομα παιδιά των ιερέων, οι προσήλυτοι, οι πρώην ειδωλολάτρες που μεταστράφηκαν στον ιουδαϊσμό, οι απελεύθεροι ε) οι ευνούχοι, τα έκθετα βρέφη και όσοι είχαν γεννηθεί με παράνομο τρόπο στ) οι εκ γενετής ευνούχοι , οι παραμορφωμένοι σεξουαλικά και οι ερμαφρόδιτοι ζ) οι εθνικοί. (20). Δηλαδή οι ειδωλολάτρες βρίσκονταν στην τελευταία θέση και με το λόγιο του Ιησού “…ώσπερ ο εθνικός και ο τελώνης” (Ματθ.18,17), που απηχούσε την αντίληψη των Ιουδαίων, φαίνεται πως εδώ ανήκαν και οι τελώνες: Θεωρούνταν δηλαδή άνθρωποι χωρίς καμία κοινωνική ή θρησκευτική υπόληψη, παρόλη την προφανή οικονομική τους επιφάνεια ή τη λαχτάρα που εκδηλώνουν για θρησκευτικά ζητήματα. Το επάγγελμά τους λοιπόν είναι τόσο καθοριστικό που παραμερίζει όλα τα υπόλοιπα και δημιουργεί την περιφρόνηση των θρησκευτικών παρατάξεων και του λαού.

Τελώνες και Am- Haarez (21)
Στο γνωστό γεύμα που παρατίθεται στο σπίτι του Λευί, μετά την κλήση του, παρακάθησαν μαζί με τον Ιησού και τους μαθητές του στο τραπέζι πολλοί τελώνες και αμαρτωλοί. Σίγουρα γεννιέται το ερώτημα τι εννοείται με τον όρο “αμαρτωλοί”. Είναι άραγε ένας τεχνικός όρος που αναφέρεται σε άτομα ύποπτης ηθικής ή αφορά μία ειδική κοινωνική ομάδα; Προφανώς συμβαίνει το δεύτερο γιατί δεν μπορεί, μετά τη συγκεκριμένη αναφορά στους τελώνες να ακολουθεί κάποια αφηρημένη και γενική μνεία σε αμαρτωλούς. Το πιθανότερο είναι να πρόκειται για τους am- haarez, δηλαδή τους ανάμεικτους πληθυσμούς από Σαμαρείτες, Αραμαίους, Φιλισταίους, Μεσοποτάμιους που κατοικούσαν κυρίως στη Γαλιλαία, αδιαφορούσαν για την τήρηση των διατάξεων του νόμου και θεωρούνταν προσκολλημένοι σε δεισιδαιμονίες και προλήψεις. (22).
Επειδή δεν γνώριζαν το νόμο θεωρούνταν καταραμένοι και στο πρόσωπο τους συγκέντρωναν την περιφρόνηση των προνομιούχων θρησκευτικών ομάδων της Παλαιστίνης. Ειδικά για τους Φαρισαίους ήταν ο όχλος που δεν είχε καμμία σχέση με τις θρησκευτικές παραδόσεις (¨ο όχλος ούτος ο μη γινώσκων τον νόμον” Ιωάν. 7,49), και ο ραββίνος Χιλλέλ έλεγε γι’ αυτούς. “Δεν έχουν συνείδηση και είναι κάτι λιγότερο από άνθρωποι”, ενώ ο ραβίνος Ελεάζαρ κήρυττε. “Επιτρέπεται να διαμελίζουν έναν αμ- χάαρεζ την μέρα του Σαββάτου, ακόμη και κατά την γιορτή του εξιλασμού”.(23).
Γίνεται φανερή λοιπόν η δεινή θρησκευτική τους θέση που συμβάδιζε και με την κοινωνική τους κατάσταση: ποτέ δε θα γίνονταν αποδεκτοί και η περιθωριοποίησή τους ήταν δεδομένη, Εφόσον θεωρούνταν πως δεν τηρούν τις εντολές του Νόμου ήταν και εθνικά και κοινωνικά απόβλητοι. Δεν είναι άλλωστε τυχαία η περιφρόνηση των Ιουδαίων για την Γαλιλαία, τον κατεξοχήν τόπο των am- haarez . Θεωρούνταν χώρα ειδωλολατρών, γη εθνών (24) που οι κάτοικοί της μισούσαν το νόμο.
‘Όμως αυτή η θρησκευτική και κοινωνική μειονεκτική θέση των am- haarez δε φαίνεται να συμβαδίζει υποχρεωτικά και με την οικονομική τους κατάσταση. Είναι γνωστό πως ένα μέρος τους ήταν πλούσιοι Χαναναίοι και ισραηλίτες γαιοκτήμονες (25). Δεν φαίνεται όμως ο πλούτος τους να τους βοηθούσε στην κοινωνική τους εξέλιξη. Μεγαλύτερη βαρύτητα είχε – χαρακτηριστικό άλλωστε της θεοκρατικής ιουδαϊκής κοινωνίας του 1ου αι. μ. Χ. - η προέλευσή τους.
Σίγουρα οι τελώνες θα προέρχονταν από τους am- haarez. Δεν είναι δυνατό άτομα από άλλη κοινωνική ομάδα να δέχονταν να αναλάβουν τέτοιο επονείδιστο έργο που θα τους έφερνε σε σύγκρουση με τον υπόλοιπο ιουδαϊκό πληθυσμό και θα δημιουργούσε τέτοιον εθνικό και κοινωνικό αποκλεισμό εναντίον τους, ενώ θα τους εξίσωνε με τους εθνικούς και τις πόρνες. Προς αυτή την άποψη συνηγορεί και η ιδιαίτερη συμπάθεια που έδειχναν στον Κύριο και τη διδασκαλία του οι τελώνες. Είναι γνωστό πως μόνο Αυτός απ’ όλους τους διδασκάλους αποδέχονταν και τους am- haarez και τους εισπράκτορες των τελών. (26).
Επομένως η προέλευση των τελωνών από τους am- haarez αποτελούσε έναν ακόμη παράγοντα που οδηγούσε τους Φαρισαίους, τους Γραμματείς και όλη την ιουδαϊκή κοινωνία να καταφέρεται εναντίον τους και να μην επιθυμεί την καταξίωσή τους.


Η αιτία του θρησκευτικού και κοινωνικού αποκλεισμού των τελωνών
Οι τελώνες λοιπόν τοποθετούνταν στην ίδια θρησκευτική και κοινωνική θέση με τους αμαρτωλούς, τους εθνικούς και τις πόρνες. Αιτία γι’ αυτό, όπως ειπώθηκε παραπάνω, δεν ήταν οι πράξεις τους αλλά κυρίως η άσκηση του συγκεκριμένου επαγγέλματος.
Από τις διηγήσεις των Ευαγγελίων όμως δεν φαίνεται να ήταν περισσότερο ή λιγότερο θεοσεβούμενοι από άλλα μέλη της ιουδαϊκής κοινωνίας. Αντίθετα σε πολλές από τις διηγήσεις που τους αφορούν, φαίνεται ο πόθος τους να γίνουν και αυτοί αποδεκτοί από τη θεοκρατική κοινωνία που ζούσαν. Έτσι, θέλουν να προσεύχονται στο Ναό (όπως συμπεραίνεται από την παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου) και επισκέπτονται θρησκευτικές προσωπικότητες με ευρύτερη αποδοχή σαν τον Ιωάννη το Βαπτιστή. ‘Επίσης πουθενά δεν φαίνεται ότι δεν τηρούσαν τις βασικές διατάξεις του νόμου, εκτός βέβαια από το κοινό φαγητό με τους θεωρούμενους αμαρτωλούς, κάτι για το οποίο όμως φαίνεται πως αναγκάζονταν από τις συνθήκες και την κοινωνική τους καταγωγή. Ταυτόχρονα δεν αποδεικνύεται πως δεν τηρούσαν την αργία του Σαββάτου συναλλασσόμενοι με εθνικούς εμπόρους. Άρα, είναι περίεργο να θεωρούνται αμαρτωλοί από μία κοινωνία, η οποία κατεξοχήν στηριζόταν σε μία θρησκεία τήρησης τυπικού και τελετουργικών διατάξεων, μόνο και μόνο γιατί εισέπρατταν το φόρο με σκληρό τρόπο, από τη στιγμή που η αγωνία τους για θρησκευτική ένταξη , τους οδηγούσε σε πράξεις ευλάβειας.
Σε προηγούμενο κεφάλαιο τονίστηκε πως η ιουδαϊκή κοινωνία φανέρωνε το θρησκευτικό της αποτροπιασμό για τους τελώνες, εξαιτίας του φόρου, εφόσον αυτή, ήταν αδύνατο να σταματούσε να τον πληρώνει χωρίς οδυνηρές συνέπειες. Επομένως εδώ πρέπει να αναζητηθεί η αιτία της άσχημης θρησκευτικής και κοινωνικής θέσης των τελωνών: Η λύση του προβλήματος έχει να κάνει με τα οφειλόμενα που εισέπρατταν. Αυτοί τα έπαιρναν όχι για το Ναό –δηλαδή για το Θεό- όπως έκαναν οι τα “δίδραχμα λαμβάνοντες” αλλά ενεργούσαν στο όνομα των κατακτητών και των ανθρώπων τους στην Παλαιστίνη, εισπράττοντας τους φόρους αντ’ αυτών . Δηλαδή οι τελώνες θεωρούνταν βλάσφημοι που δεν είχαν ούτε εθνική ούτε και θρησκευτική συνείδηση, αφού συνεργάζονταν με τον κατακτητή και τους ηγεμονίσκους της Παλαιστίνης σ΄ένα τόσο λεπτό ζήτημα που έθιγε τις ευαισθησίες των συμπατριωτών τους.
Άρα οι κατηγορίες που τους αποδίδονταν και τους είχαν οδηγήσει στο τελευταίο σκαλί της θρησκευτικής και κοινωνικής κλίμακας , ήταν η βλασφημία εναντίον του Θεού και η συνεργασία με τον κατακτητή. Έτσι, θα θεωρούνταν εκτός των άλλων, από τους Ιουδαίους, πως δεν αποδέχονταν τον Θεό ως κυρίαρχο της άγιας γης αλλά τους ρωμαίους, μιας και αυτή η αντίληψη είχε συνδεθεί με την εισφορά του φόρου. Κατανοείται λοιπόν η απέχθεια που ένοιωθαν γι’ αυτούς οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι: Αφού τα μέλη των θρησκευτικοκοινωνικών παρατάξεων ήταν τηρητές των παραδόσεων και ήθελαν μέσω αυτών να διατηρήσουν την εθνική τους ταυτότητα,(27), πως θα μπορούσαν να κάνουν αποδεκτούς τους τελώνες, οι οποίοι με την εργασία τους, φαίνονταν ν’ αναγνωρίζουν ως κυρίαρχους της Παλαιστίνης τους ρωμαίους και όχι το Θεό, όπως δίδασκε ο μωσαϊκός νόμος; Είναι λοιπόν απόλυτα φυσικό να τους εξισώνουν με τους εθνικούς –άποψη που είχε περάσει και στο λαό- μιας και θεωρούνταν, πως, αφού εισέπρατταν φόρους, όχι για το Θεό αλλά για τους κατακτητές, υπέσκαπταν την προσπάθεια για τήρηση των πατρώων αρχών, που εκτός των άλλων θα οδηγούσαν στην αναγέννηση του ιουδαϊκού έθνους, μετά την απαλλαγή από τους κατακτητές , σύμφωνα με τις αποκαλυπτικές αντιλήψεις. Αυτά οδηγούσαν, εκτός των άλλων και να μη γίνονται δεκτές οι εκδηλώσεις ευσέβειας των τελωνών.
Βεβαίως και στους υπόλοιπους κατακτημένους λαούς δεν ήταν δημοφιλείς οι συλλέκτες των φόρων, ούτε προκαλεί εντύπωση ο βίαιος τρόπος συλλογής των οφειλομένων. Πουθενά όμως δεν εντοπίζεται θρησκευτικός αποκλεισμός τους και κοινωνική απαξίωση στο βαθμό που αυτά συνέβαιναν στον ιουδαϊσμό. Φαίνονται λοιπόν ξεκάθαρα οι επιπτώσεις της θρησκευτικής σημασίας που είχε προσλάβει ο φόρος στην ιουδαϊκή κοινωνία.
Αλλά και η άμεση σχέση των τελωνών με τους am-haarez ήταν βασική αιτία για τη δημιουργία του αρνητικού κλίματος που επικρατούσε σε βάρος των εισπρακτόρων των έμμεσων φόρων. Και μόνο γι’ αυτό ήταν αδύνατο να γίνουν αποδεκτοί από τις θρησκευτικές παρατάξεις. Και η προσπάθειά τους όμως για θρησκευτική και κοινωνική καταξίωση, που θα τους έκανε να ξεφύγουν από το επίπεδο των ανθρώπων της γης (am-haarez) ,αποκλείεται να γίνονταν δεκτή , και έτσι υπήρχε κάθε λόγος να συντηρείται η δυσμενής θέση που τους απέκλειε από τα ανώτερα πνευματικά σκαλοπάτια της ιουδαϊκής κοινωνίας.


Συμπεράσματα
Η θρησκευτικά δεινή θέση των Τελωνών μέσα στο θεοκρατικό περιβάλλον της Παλαιστίνης του 1ου αι. μ. Χ. δεν μπορεί να οφειλόταν ούτε στον τρόπο είσπραξης των φόρων με βίαιο τρόπο ούτε στο συγχρωτισμό τους με τους Ρωμαίους. Τα παραπάνω ήταν μία πρακτική που τελικά δεν αφορούσε μόνο αυτούς. Η αρνητική λοιπόν εικόνα που είχε σχηματίσει γι αυτούς η ιουδαϊκή κοινωνία του 1ου αιώνα μ. Χ. ήταν αποτέλεσμα της αντίληψης, ότι αυτοί, εξ αιτίας της εργασίας τους, αναγνώριζαν ως κυρίαρχους της Αγίας Γης τους Ρωμαίους και όχι το Θεό. Μάλιστα αυτό τεκμηριωνόταν από τη θέση ότι η καταβολή του φόρου σε κάποιον, σήμαινε και αυτόματη αναγνώρισή του ως κυριάρχου, που είχε όμως και την αποδοχή των φορολογουμένων. Οι κάτοικοι της Παλαιστίνης μπορεί να έδιναν αυτά που ζητούσαν οι κατακτητές και τα ντόπια όργανά τους, οι Ηρώδες Αυτό όμως ήταν, όπως είναι φυσικό, πράξη εξαναγκασμού κάτι που μαρτυρούν οι εξεγέρσεις, που γίνονται με αφορμή τη φορολογία.
Παράλληλα ήταν αδύνατο, ένας ευσεβής Ιουδαίος, ενταγμένος στο σύστημα της ιουδαϊκής θεοκρατίας, να δεχόταν να γίνει τελώνης. Έτσι, είναι φυσικό αυτοί να προερχόταν από τους am- haarez. που δε φαίνεται να είχαν ούτε τις αντιλήψεις ούτε τους ενδοιασμούς των θρησκευτικοκοινωνικών ομάδων της Παλαιστίνης. Άλλωστε , εφόσον ανήκαν στο θρησκευτικό περιθώριο του Ιουδαϊσμού, μπορούσαν εύκολα να υποδυθούν ρόλους αδιανόητους για έναν ευσεβή.
Πάντως, τουλάχιστο από τις διηγήσεις των Ευαγγελίων, συνεχής φαίνεται να είναι η προσπάθειά των Τελωνών για αναγνώριση (και συνεπώς κοινωνική καταξίωση) από μία θρησκευτική προσωπικότητα. Επιζητούν λοιπόν τη συναναστροφή με χαρισματικές μορφές, συχνάζουν στο Ναό κάνουν αγαθοεργίες. Τα παραπάνω όμως δεν επιτυγχάνουν μία γενική αναστροφή του αρνητικού κλίματος που έχει δημιουργηθεί εναντίον τους ούτε βοηθούν στην αποδοχή τους, τουλάχιστο με τον τρόπο που αυτοί θα επιθυμούσαν.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Βλ. Στέργιου Ν Σάκκου: Οι Τελώναι. Συμβολή εις την ιστορίαν των χρόνων της Καινής Διαθήκης, Θεσσαλονίκη 1968, ιδίως το κεφ. Δ΄ “Το ήθος των τελωνών” σελ. 115-116 και σελ. 161 όπου σημειώνεται: “ο λαός , όστις εμίσει τους τελώνας μόνον διά λόγους ουσιαστικούς (αδικία, βιαιοπραγία, αρπαγή, καταπίεσις)….” Στο ίδιο έργο αναφέρονται και οι εξής ακόμη αιτίες για την απέχθεια εναντίον των τελωνών : “Αλλ οι εγκρατείς του νόμου και τηρηταί των εντολών των πρεσβυτέρων νομοδιδάσκαλοι και φαρισαίοι είχον και άλλους λόγους να απεχθάνονται αυτούς. α) Εγνώριζον ότι ο μωσαϊκός νόμος δεν προέβλεπε φόρους κρατικούς οίοι ήσαν οι εις τους Ρωμαίους αποδιδόμενοι. Εμφορούμενοι υπό στρεβλού θεοκρατικού φρονήματος επεζήτουν μόνον τα προνόμια της θεοκρατίας, χωρίς να ενδιαφέρονται διά τας υποχρεώσεις. Είνε πλέον ή βέβαιον ότι δεν εθεώρουν εαυτούς ως αιτίους της εις Ρωμαίους και τους Ηρώδας δουλείας…..β) Οι τελώναι ήσαν όργανα των τετραρχών και των Ρωμαίων , έστιν ότε δε και θέσει Ρωμαίοι πολίται… γ) Διά τον συγχρωτισμόν και την αναστροφήν των μετά των προϊσταμένων ρωμαϊκών αρχών εθεωρούντο ως μεμολυσμένοι και σχεδόν εθνικοί….” (σελ. 161).
Στο γλωσσάριο της νεοελληνικής δημοτικής μετάφρασης της Καινής Διαθήκης (“Η Καινή Διαθήκη . Το πρωτότυπο κείμενο με νεοελληνική δημοτική μετάφραση, Αθήνα 1985) των καθηγητών Σ. Αγουρίδη, Π. Βασιλειάδη, Γ. Γαλάνη, Γ. Γαλίτη, Ι. Καραβιδόπουλου και Β. Στογιάννου (+) σημειώνεται για τους τελώνες: “Τελώνης, Ο επιφορτισμένος με την είσπραξη των φόρων. Στα χρόνια του Χριστού οι φόροι ήταν επαχθείς και οι τελώνες συνήθως ήταν άδικοι και άρπαγες, ώστε όχι μόνο ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις των άπληστων ρωμαϊκών αρχών αλλά και οι ίδιοι ικανοποιούνταν. Για το λόγο αυτό, στην κοινωνία της εποχής θεωρούνταν μισητοί και τοποθετούνταν στο ίδιο επίπεδο με τους αμαρτωλούς και τις πόρνες” (σελ. 526). Τα ίδια ακριβώς γράφονται και στη νεότερη μετάφραση της Καινής Διαθήκης των καθηγητών Π. Βασιλειάδη, Γ. Γαλάνη, Γ. Γαλίτη, Ι. Καραβιδόπουλου, Αθήνα 1989.
Αλλά και ο Ντ. Ροπς (“Η καθημερινή ζωή στην Παλαιστίνη στους χρόνους του Ιησού”,μετ. Έλλης Αγγέλου, Αθήνα 1988) τονίζει πως οι φόροι εισπράττονταν άσχημα από τους τελώνες, που πλούτιζαν σε βάρος των φορολογούμενων (σελ. 178)
Τέλος ο Ε,Π, Σάντερς στο έργο του “Το ιστορικό πρόσωπο του Ιησού” μετ. Γ. Βλάχος, Αθήνα 1998, σημειώνει: “Ωστόσο είναι αρκετό να πούμε πως οι φοροεισπράκτορες ήταν ύποπτοι για υπερβολικές χρεώσεις και επομένως για συστηματική εκμετάλλευση του πληθυσμού, Ζούσαν λοιπόν σαν να μην υπήρχε Θεός ή σαν να μην μπορούσε να τους εκδικηθεί, με άλλα λόγια ήταν “άνομοι’””. (σελ. 374).
2. Για τις ιουδαϊκές θρησκευτικές και πολιτικές παρατάξεις βλ. Σ. Αγουρίδη: Ιστορία των χρόνων της Καινής Διαθήκης, Θεσσαλονίκη 1980, σελ,326 –359 και Γ. Γαλίτη: Ιστορία εποχής της Καινής Διαθήκης, Θεσσαλονίκη 19914 , σελ. 107-122
3. Βλ. Π. Ν. Τρεμπέλα(+): Υπόμνημα εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, Αθήναι 19894,σελ. 1704.
4. Βλ. G. B. Caird: Saint Luke, Middlesex, England, 19652, σελ.95-96
5. Βλ. Ματθ. 9,9-13 =Μαρκ. 2,13-17=Λουκ. 5,27-32 ¨Ματθ. 11,19 ¨Λουκ, 7,34.
6. Κατάλογο των επονείδιστων επαγγελμάτων βλ. Στ. Σάκκος, οπ. παρ. σελ. 136-141, όπου και σχετική βιβλιογραφία.
7. Βλ. Ντ. Ροπς, τα κεφάλαια: “Οι κληρονόμοι του Ηρώδη κι οι επίτροποι” και “Κατακτητές και κατακτημένοι” σελ. 78-93.
8. “Ως δε τούτους είργεν της βίας Φλώρος, αμηχανούντες οι δυνατοί των Ιουδαίων, συν οις Ιωάννης ο τελώνης , πείθουσι τον Φλώρον αργυρίου ταλάντοις οκτώ διακωλύσαι το έργον” Ιώσηπου “Περί του Ιουδαϊκού πολέμου” ΙΙ 287.
9. Πολλαπλά χρήσιμη για την συγγραφή αυτού του κεφαλαίου ήταν η μελέτη των Peter Garnsey και Richard Saller: Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία, Οικονομία, κοινωνία και πολιτισμός, μετ. Β. Ι. Αναστασιάδης, Ηράκλειο 1995.
10. όπ. παρ. σελ. 274
11. Για το φόρο σε χρήμα, όπ. π. αρ. σελ. 67 κ. ε.
12. “…οι πόλεις καλούνταν επιπρόσθετα να ανταποκριθούν σε απαιτήσεις παροχής ζώων για μεταφορές ,φιλοξενίας σε διερχόμενους αξιωματούχους ή καταλυμάτων και εφοδίων στους στρατιώτες”, όπ. παρ. σελ. 42 και σελ.66 και 111.
13. Είναι γνωστό πως οι κατακτημένες περιοχές είχαν υποχρέωση να παρέχουν τροφή και εξοπλισμό, φόρο υποτέλειας και συνεισφορές. Όπ. παρ. σελ. 128-129.
14. “Τα στρατεύματα,….που σταθμεύαν στην Παλαιστίνη ήταν λιγοστά. Οι λεγεώνες, που απαρτίζονταν από ρωμαίους, γαλάτες και, ιδιαίτερα από ισπανούς πολίτες, βρίσκονταν στη Συρία, σε κάποια απόσταση…..”. Ντ. Ροπς, όπ. παρ. σελ. 88.
14α. Για την Γαλιλαία στην εποχή του Ιησού βλ. Νικολάου Παύλου: Η Γαλιλαία στους χρόνους του Χριστού ( Συμβολή στην ιστορική γεωγραφία της βιβλικής Παλαιστίνης), στο περιοδικό ΚΟΙΝΩΝΙΑ, τ. 4/1998, σελ. 366-371. Επίσης του ιδίου: Το πολιτικό πλαίσιο της δράσης του Ιησού ( Η Ιουδαία και η Γαλιλαία τον 1ο αι. μ. Χ.), στην ιστοσελίδα http:/users.otenet.gr/~aper/articles/judea.htm
15. Βλ. Στ, Σάκκου σελ. 38. Πάντως μετά τους πρώϊμους αυτοκρατορικούς χρόνους φαίνεται να εγκαταλείπεται το σύστημα της συγκέντρωσης φόρων από τις ιδιωτικές εταιρείες. Βλ. Garnsey…, όπ. παρ. σελ. 26.
16. Για τα τέλη και τους φόρους στο αρχαίο Ισραήλ, βλ. Σάκκος, όπ. παρ. το κεφάλαιο “Η τελωνία εν τω Ισραήλ”, σελ. 82-114.
17. Ματθ. 22,15-22=Μαρκ.12,13-17=Λουκ. 20,20-26
18. Εξοδ. 20,17 ¨Ιωβ 31,1.
19. Βλ. Δημ. Πασσάκου: “Μετά των εθνών συνίσθιεν…” (Γαλ. 2,12) . Ο συμβολισμός της τροφής στην ιουδαϊκή και στην πρωτοχριστιανική παράδοση. Η συνδρομή της πολιτιστικής ανθρωπολογίας”, στο συλλογικό έργο: Η προς Γαλάτας επιστολή του Απ. Παύλου, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 292.
20. Όπ. παρ.
21. Για τους am- haarez, κυρίως στην Παλαιά Διαθήκη βλ. Ιωάννη Μούρτζιου: Ο λαός της γης και η πολιτικο-θρησκευτική κατάσταση στο βασίλειο του Ιούδα, στο “Γρηγόριος Παλαμάς” 762(1996), σελ. 293 - 308
22. Βλ. Ντ. Ροπς, όπ. παρ. σελ.178. Πρβλ. και Χρ. Βούλγαρη: “Εσκυλμένοι και ερριμμένοιΠαρακμή και κατάπτωσις του Ιουδαϊσμού κατά τους χρόνους της Καινής Διαθήκης. Εν Επιστημονική Επετηρίς της Θεολ. Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΕΘΣΠΑ), τόμος ΚΔ, εν Αθήναις 1979-80, σελ. 533-534.
23. Βλ. Ροπς, όπ. παρ.
24. Ματθ. 4,15-16.
25. Ροπς , όπ. παρ.
26. Σύμφωνα με την άποψη του ραβίνου Ignatz Ziegler που παραθέτει ο καθηγητής Μάρκος Σιώτης “ο Ιησούς Χριστός προκάλεσε το μίσος των πολιτικών αρχόντων του Ισραήλ ένεκα της εκπεφρασμένης συμπάθειάς Του προς τους Am-Haarez”. Στο Μ.Α. Σιώτου: Ο πολιτικός χαρακτήρ των αντιπάλων του Απ. Παύλου (μαζί με την μελέτη του ιδίου καθηγητή: Προλεγόμενα εις την ερμηνείαν της προς Γαλάτας επιστολής) Αθήναι 1972, σελ. 109.
27. Όπως τονίζει ο Σ. Αγουρίδης : “(οι Φαρισαίοι) χρησιμοποιούσαν τη θρησκεία και το Θεό σαν μέσο επιβιώσεως και διασώσεως του έθνους” όπ. παρ. σελ. 332.

η κρυφή ζωή του Χριστού 5 από 5

ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ

Η ΙΟΥΔΑΙΑ ΚΑΙ Η ΓΑΛΙΛΑΙΑ ΤΟΝ 1ο ΑΙΩΝΑ μ. Χ.
 
 
Νίκος Παύλου
Θεολόγος – Καθηγητής Δ. Ε.


Απαραίτητη προϋπόθεση για την κατανόηση του έργου μιας σημαντικής ιστορικής προσωπικότητας είναι η καλή γνώση της εποχής του. Μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει μία ολοκληρωμένη προσέγγιση της σκέψης του, των δραστηριοτήτων του και της προσφοράς του. Η Παλαιστίνη του πρώτου μισού του 1ου αι. μ. Χ. είχε την τύχη να είναι η περιοχή που άκουσε τη διδασκαλία του Ιησού Χριστού. Παράλληλα αφορμές για το κήρυγμά Του ήταν οι οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και θρησκευτικές συνθήκες που χαρακτήριζαν αυτή τη γωνία του μεσογειακού κόσμου. Επομένως η γνωριμία με την ιστορία της βοηθάει σημαντικά στην προσέγγιση της προσωπικότητας του Χριστού. Κυρίως οι ιδιαιτερότητες που παρουσίαζε η Γαλιλαία και η Ιουδαία - οι κατεξοχήν τόποι της δράσης του Κυρίου - τον 1ο αιώνα, παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον γιατί η γνωριμία με αυτές βοηθάει στην πληρέστερη “ανακάλυψη” του Υιού του Ανθρώπου.
Αυτός είναι και ο σκοπός του παρόντος άρθρου: Να παρουσιάσει, όσο πιο συνοπτικά γίνεται, μία πτυχή της ιστορίας των δυο σημαντικότερων περιοχών της Παλαιστίνης, της Ιουδαίας και της Γαλιλαίας, την πολιτική. Βεβαίως αυτό δε σημαίνει πως και οι υπόλοιπες πτυχές (θρησκευτικές, κοινωνικές κ. α.) δεν είναι εξίσου σημαντικές. Απλά πιστεύουμε πως η γνώση της πολιτικής ιστορίας της περιοχής, τον 1ο μ. Χ. αιώνα , είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την κατανόηση και των υπόλοιπων.

 
 
 
Αρχέλαος και ρωμαίοι επίτροποι





Είναι γνωστό πως κυριότερη πηγή της ιστορίας της Ιουδαίας τον 1ο αι. π. Χ. –όπως άλλωστε και της υπόλοιπης Παλαιστίνης – είναι ο Φλάβιος Ιώσηπος. Ο στρατηγός με την αμφιλεγόμενη δράση δίνει στα έργα του αρκετές πληροφορίες για τη περιοχή , με μία δόση υπερβολής είναι αλήθεια, και βοηθάει έτσι στην καλύτερη κατανόηση του πλαισίου της δράσης του Χριστού στην Ιουδαία. Κυρίως δύο έργα του ο “Ιουδαϊκός πόλεμος” και η “Ιουδαϊκή αρχαιολογία” είναι πολύτιμες πηγές για την ιστορία της και δείχνουν τον τρόπο με τον οποίο η ρωμαϊκή διοίκηση ασκούσε την εξουσία της στις επαρχίες της αυτοκρατορίας , είτε μέσω των γηγενών φίλων της είτε μέσω των επιτρόπων που η ίδια έστελνε.
Όπως η υπόλοιπη Παλαιστίνη έτσι και η Ιουδαία, στις αρχές του 1ου αι. π.Χ. ανήκε στο πελατειακό σύστημα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Είναι μέρος της επικράτειας των “ανεξάρτητων” Ηρωδών, οι οποίοι φυσικά όχι μόνο δεν διανοούνταν να έχουν δική τους πολιτική αλλά έπρεπε να έχουν τη συγκατάθεση της Ρώμης για τις πράξεις τους και να είναι αρεστοί στον αυτοκράτορα ώστε να διατηρούν την εξουσία στην περιοχή.
Πιο αναλυτικά το 63 π. Χ. οι Ρωμαίοι εισέρχονται στην Ιερουσαλήμ και ο στρατηγός Πομπήιος βεβηλώνει τα Άγια των Αγίων του Ναού. Το πρόσχημα αυτής της εισβολής ήταν το κάλεσμα που τους απηύθυνε ο διεκδικητής της εξουσίας στη περιοχή Υρκανός Β΄ για να τον βοηθήσουν στον αγώνα του εναντίον του άλλου διεκδικητή , του αδελφού του Αριστόβουλου Β΄. Αυτοί με τη δύναμη των όπλων τους διορίζουν τον Υρκανό εθνάρχη και αρχιερέα, ενώ το ιουδαϊκό κρατίδιο που είχε ιδρυθεί από τους Ασμοναίους βασιλιάδες γίνεται ρωμαϊκή κτίση που υπάγεται στον έπαρχο της Συρίας. Ουσιαστικά όμως η ρωμαϊκή κυριαρχία αρχίζει μετά την οριστική ήττα του Αριστόβουλου και του γιου του Αντίγονου από τις ρωμαϊκές λεγεώνες.
Αυτή την ταραγμένη εποχή αναδύεται το άστρο του Ιδουμαίου Αντίπατρου ή Αντίπα. Γίνεται “επιμελητής” των Ιουδαίων και του Υρκανού, βοηθάει τον Καίσαρα και αυτός για ανταμοιβή του απονέμει τον τίτλο του ρωμαίου πολίτη και του εθνάρχη, ενώ ο γιος του Ηρώδης γίνεται στρατηγός της Γαλιλαίας. Αργότερα με τη βοήθεια των ρωμαίων ο Ηρώδης - πρόκειται για τον γνωστό, στην εποχή του οποίου γεννήθηκε ο Χριστός - γίνεται ο ισχυρός άντρας της περιοχής, ιδρύει την τοπική δυναστεία των Ηρωδών και ο αυτοκράτορας του απονέμει τον τίτλο Rex socius et amicus populi Romani. Φαίνεται να διατηρούσε καλές σχέσεις με το κέντρο της εξουσίας και έτσι του συγχωρούνταν οι παρεκτροπές και οι βιαιότητές που απηχούνται και στα ευαγγελικά κείμενα. Γνωστή ήταν η μεγαλομανία του και τα πολλά κτίσματα που δημιουργούσε με αποκορύφωμα το Ναό των Ιεροσολύμων , που ήταν το κέντρο του ιουδαϊσμού στα χρόνια του Ιησού, αν και μέχρι την καταστροφή του στην επανάσταση του 60 μ. Χ. παρέμεινε ημιτελής. Χαρακτηριστική ήταν και η προσπάθειά του να οικειοποιηθεί μεσσιανικούς τίτλους για τον εαυτό του και τους διαδόχους του. Μάλιστα υπήρχε και ολόκληρη παράταξη , οι Ηρωδιανοί, που προπαγάνδιζαν, σύμφωνα με μία άποψη, αυτή τη θέση. Τα ευαγγέλια τους παρουσιάζουν να έρχονται σε σύγκρουση με τον Ιησού και να επιθυμούν, σε συνεργασία με τους Φαρισαίους να επιδιώκουν την παράδοση Του στους ρωμαίους.
Μετά το θάνατό του Ηρώδη ανοίγεται η τελευταία διαθήκη που είχε συντάξει, σύμφωνα με την οποία φανερώνεται η επιθυμία του να πάρει τη μερίδα του λέοντος από την επικράτειά του ο γιος του Αρχέλαος ο οποίος έτσι “βασιλεύς…απεδείκνυτο” ( Ιουδ. Πόλ. Ι 668).
Γίνεται δεκτή η διαθήκη από το στρατό και ο ρωμαιοθρεμένος Αρχέλαος φροντίζει για τη μεγαλοπρεπή ταφή του πατέρα του. Για να μπορέσει όμως να ασκήσει την εξουσία και να μη μείνει η διαθήκη κενός λόγος θα έπρεπε αυτή να επικυρωθεί από τη Ρώμη η οποία έτσι θα έδειχνε πως τον θεωρεί άνθρωπό της στην Παλαιστίνη που θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντά της.
Πάντως δεν αποδέχεται την εξουσία όταν στρατιώτες του προσφέρουν το στέμμα στην Ιεριχώ. Είναι φανερό πως θα ήταν κίνηση χωρίς αντίκρισμα αν δεν είχε τη συγκατάθεση της αυτοκρατορίας. Ταυτόχρονα παρουσιάζονται και άλλοι διεκδικητές του κράτους του Ηρώδη και μεταξύ αυτών ο αδελφός του Αρχέλαου Αντίπας, που αισθάνεται παραγκωνισμένος. Φεύγει λοιπόν ο νόμιμος κληρονόμος γρήγορα για τη Ρώμη, εκεί πέφτει στα γόνατα του Αυγούστου και έτσι χορηγείται σ’ αυτόν η πολυπόθητη συγκατάθεση για την άσκηση της εξουσίας, όχι όμως όπως αυτός περίμενε. Του δίνεται λοιπόν μόνο το μισό βασίλειο, ο τίτλος του εθνάρχη και η υπόσχεση πως θα ονομαστεί βασιλιάς, αν βέβαια ικανοποιούσε τους ρωμαίους πάτρωνές του. Το υπόλοιπο πελατειακό κρατίδιο παραχωρείται στον Φίλιππο και τον Ηρώδη Αντίπα. Συγκεκριμένα οι Ρωμαίοι δίνουν στον Αρχέλαο ( 4 π. Χ. –6 μ. Χ), προσδοκώντας να γίνει ο άνθρωπός τους, την Ιδουμαία, την Ιουδαία και τη Σαμάρεια, ο Φίλιππος παραλαμβάνει τη Βαταναία, την Τραχωνίτιδα και την Πανειάδα και ο Αντίπας την Περαία και τη Γαλιλαία με τον τίτλο του τετράρχη.
Ο Αρχέλαος δε φαίνεται να διαφέρει στη βιαιότητα του χαρακτήρα από τον πατέρα του, πράγμα που απηχείται και στο Ματθ. 2,22.Ταυτόχρονα προκαλεί το θρησκευτικό αίσθημα του λαού νυμφευόμενος τη γυναίκα του αδελφού του, διώκοντας ταυτόχρονα τη νόμιμη σύζυγό του. Εναντίον του δυσφορούν όχι μόνο οι Ιουδαίοι αλλά και οι Σαμαρείτες και εξαιτίας της συμπεριφοράς του καταφεύγουν στον Οκταβιανό. Αυτός βλέποντας να διαψεύδονται οι προσδοκίες του, πως δηλ. ο Αρχέλαος ήταν κατάλληλος για άνθρωπός του στην Παλαιστίνη, τον εξορίζει στη “Βιέννα ,πόλιν της Γαλλίας” (Ιουδ. Πόλ. ΙΙ 111), μετά από εννιά χρόνια παραμονής του στην εξουσία ενώ δημεύει και την περιουσία του.
Η αυτοκρατορία αντιλαμβάνεται πως δεν υπάρχει άλλος ικανός αντικαταστάτης του Αρχέλαου που θα μπορούσε να γίνει ο “πελάτης” της – ο όρος με τη σημασία που είχε την ρωμαϊκή εποχή- στην Ιουδαία.. Αναλαμβάνει λοιπόν η ίδια χωρίς ντόπιους μεσολαβητές την διοίκηση. Άλλωστε αυτό φαίνεται να ήταν τώρα στα σχέδιά της: μετά την επιβολή της Pax Romana της ήταν άχρηστοι ηγεμονίσκοι που τελικά μόνο ενοχλητικοί ήταν , εφόσον με τη συμπεριφορά τους δεν ήταν ανεκτοί από τον ντόπιο πληθυσμό και δημιουργούσαν προβλήματα στην κεντρική εξουσία.
Η Ιουδαία λοιπόν μεταβάλλεται σε επαρχία του ρωμαϊκού κράτους . Στο εξής θα κυβερνάται από ρωμαίους επιτρόπους που θα υπάγονται στον ανθύπατο της Συρίας. 
Πρώτος ρωμαίος έπαρχος διορίζεται ο Coponius ( 6 – 9). Μαζί μ’ αυτόν έρχεται στην Ιουδαία ο γνωστός από το ευαγγέλιο του Λουκά Publius Sulpicius Quirinius, που έχει διοριστεί έπαρχος της Συρίας ( ο πλήρης τίτλος που του απονέμεται είναι δικαιοδότης του έθνους, απεσταλμένος και τιμητής των ουσιών) με ειδική αποστολή: να εκτιμήσει, δηλ. να κάνει εκκαθάριση της περιουσίας του Αρχέλαου η οποία πλέον αποτελεί κτήμα του ρωμαϊκού κράτους και να απογράψει τον ιουδαϊκό λαό.
Δε φαίνεται να υπάρχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον των επιτρόπων για την Ιουδαία. Προτιμούν για διαμονή τους την παραλιακή Καισάρεια, όπου διαμένουν σε κτίσμα του Ηρώδη ενώ την Ιερουσαλήμ την επισκέπτονται μόνο στη γιορτή του Πάσχα προσπαθώντας να επιβάλλουν την τάξη ανάμεσα στους χιλιάδες ιουδαίους που επισκέπτονταν την ιερή πόλη.
Όμως αυτό δεν πρέπει να ήταν και τόσο εύκολο μιας και οι άνδρες των ρωμαϊκών φρουρών ήταν ολιγάριθμοι στην περιοχή. Η φρουρά της πόλης διέμενε στο φρούριο Αντωνία, που ήταν δίπλα στο ναό. Οι στρατιώτες απέφευγαν την επαφή με τους ιουδαίους και περνούσαν τον καιρό τους στο στρατόπεδο γνωρίζοντας πόσο επικίνδυνη ήταν μία συνάντηση με άτομα που θα μπορούσαν να αποδειχτούν Ζηλωτές ή Σικάριοι.
Όμως και στην υπόλοιπη Ιουδαία δεν υπήρχαν πολλοί Ρωμαίοι ικανοί να αποτρέψουν από μόνοι τους εξέγερση του ντόπιου πληθυσμού. Σε τέτοια περίπτωση, όπως είναι γνωστό, κινούνταν εναντίον των επαναστατών τα στρατεύματα της Συρίας και επανέφεραν το προηγούμενο status quo.
Αυτή η λειψανδρία που διέκρινε τις ρωμαϊκές φρουρές της Ιουδαίας την εποχή του Ιησού δημιουργούσε μία ιδιότυπη αυτοδιοίκηση της που δεν επιτρέπει να γίνεται λόγος για καταπίεση, με την κυριολεκτική έννοια του όρου, από τα όργανα της αυτοκρατορίας. Περισσότερα προβλήματα φαίνεται πως δημιουργούσε στη θεοκρατική ιουδαϊκή κοινωνία το χάσμα – κατεξοχήν πνευματικό – που δημιουργούνταν μεταξύ των υποβαθμισμένων θρησκευτικά στρωμάτων (τελώνες, am- haarez (1) ) και των αυτοδιορισμένων θεματοφυλάκων των ιερών του ιουδαϊσμού (Φαρισαίοι κ. α.) παρά μεταξύ Ιουδαίων και Ρωμαίων.
Σ΄αυτό το σημείο είναι απαραίτητη μία διευκρίνιση: Αν γίνουν δεκτά τα παραπάνω, τότε για ποιους λόγους σημειώνονται οι εξεγέρσεις εναντίον του κατακτητή; Η απάντηση , νομίζουμε, πρέπει να αναζητηθεί στην ιδεολογία των ανώτερων , κυρίως τάξεων του πληθυσμού που χαρακτηρίζονταν από την προσήλωσή της στην θεοκρατία. Οι παρατάξεις με εθνικοθρησκευτικό προσανατολισμό (Φαρισαίοι , Γραμματείς κ. α.) θεωρούσαν βλασφημία την κατάληψη της ιερής γης από τους Ρωμαίους και την καταβολή φόρου σ’ αυτούς. Ήταν αδύνατο , αυτοί οι πιστοί του αληθινού Θεού να αποδέχονταν τους “θνητούς δεσπότας” (Ιουδ. Πόλ. ΙΙ, 118), όπως υπογραμμίζει ο Ιώσηπος. Έτσι βασική θέση τους είναι η εκδίωξή τους. Με άλλα λόγια στην προκειμένη περίπτωση ο φόρος αποτελούσε αιτία εξέγερσης , και μάλιστα από τις πλέον βασικές, και όχι μόνο αφορμή. Πάντως οι κινήσεις τους δε φαίνεται να είχαν την καθολική επιδοκιμασία του πληθυσμού. Είναι γνωστό πως οι Ζηλωτές – οι κατεξοχήν εξεγερμένοι εναντίον της αυτοκρατορίας- αποτελούσαν τη ριζοσπαστική πτέρυγα του Φαρισαϊσμού. Πως λοιπόν θα συμπαρατάσσονταν μαζί τους , για παράδειγμα , οι am- haarez , που είχαν γνωρίσει την περιφρόνηση τους και υφίσταντο την πνευματική τους τρομοκρατία;
Θα μπορούσε λοιπόν κάποιος να μιλήσει για την εξής μορφή διακυβέρνησης της Ιουδαίας τα χρόνια του Χριστού μετά την ανάληψη της εξουσίας απευθείας, χωρίς πλέον προσχήματα από τη Ρώμη: Ανώτατη αρχή ήταν οι ρωμαίοι επίτροποι, που πράγματι είχαν σημαντικές αρμοδιότητες, όπως για παράδειγμα το jus gladii, δηλ. το δικαίωμα της επιβολής της θανατικής ποινής. Δε φαίνεται όμως να το χρησιμοποιούσαν συχνά γιατί ενδιαφέρονταν ν’ αποφύγουν την ένταση με τον ντόπιο πληθυσμό . Και οι Ιουδαίοι μπορούσαν πάντα να στείλουν αντιπροσωπείες στη Ρώμη διαμαρτυρόμενοι για τυχόν αυθαιρεσίες τους, αν και ο έπαρχος φρόντιζε να έχει καλυμμένα τα νώτα του κρατώντας ομήρους.
Δεν θα ήταν όμως υπερβολή αν τονίζονταν πως με την ανοχή της αυτοκρατορίας η περιοχή είχε μία ιδιότυπη μορφή –ας ονομαστεί έτσι- τοπικής αυτοδιοίκησης. Συγκεκριμένα όπως πληροφορεί ο Ιώσηπος στο τρίτο βιβλίο του Ιουδαϊκού πολέμου (στ 54- 58) η Ιουδαία ήταν χωρισμένη σε έντεκα κληρουχίες ή τοπαρχίες, της Ιερουσαλήμ, Γόφνας, Ακράβετας, Θάμνας, Λύδδας, Εμμαούς, Πέλλας, Ιδουμαίας, Ενγαδδαί, Ηρώδειου και Ιεριχώς . Σ’ αυτό το σύστημα προστέθηκαν η Ιάμνεια και η Ιόππη. Εδώ επικεφαλής με πραγματικές εξουσίες ήταν επιφανείς Ιουδαίοι (ιερείς κλπ). Ταυτόχρονα δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής η δύναμη που είχε το συλλογικό όργανο του Ιουδαϊσμού, το Μεγάλο Συνέδριο που συγκέντρωνε νομοθετικές, εκτελεστικές και δικαστικές εξουσίες καθώς και ο αρχιερέας.
Τα παραπάνω βέβαια σε καμία περίπτωση δεν έχουν σκοπό να υποβαθμίσουν το εύρος της ρωμαϊκής δύναμης και την αποφασιστικότητα που είχε για να επιβάλλει τις αποφάσεις της κάθε στιγμή. Τα ρωμαϊκά στρατεύματα που έδρευαν στη Συρία δεν είχαν ενδοιασμούς να εισβάλλουν στην Παλαιστίνη και να δείξουν ποιος είναι ο πραγματικός κυρίαρχος. Όμως για την αυτοκρατορία προείχε η διατήρηση εντός της επικράτειάς τους της “ειρήνης” που είχε επιβάλλει με την δύναμη των όπλων της καθώς και η γραμμή της να μην ανοίγει εσωτερικά μέτωπα, τη στιγμή που ακολουθούσε ιμπεριαλιστική πολιτική και ήθελε να επεκτείνει τις κτήσεις της ενώ θα έπρεπε ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει και τους εισβολείς στα βόρεια κυρίως σύνορά της. Δεν ήταν λοιπόν για το συμφέρον της να φανερώνει τον αυταρχισμό της σε περιοχές που θεωρούνταν θρησκευτικά ιδιόρρυθμες , όπως η Ιουδαία .
…………………………………………………………………………………………..
Ο Κωπώνιος, λοιπόν, μέλος της τάξης των ιππέων, γίνεται ο πρώτος ρωμαίος έπαρχος της Ιουδαίας (6-9 μ. Χ.). Δύο φαίνεται να είναι τα σημαντικά γεγονότα της επιτροπείας του: η προσπάθεια του Ιούδα του Γαλιλαίου να ξεσηκώσει τους συμπατριώτες του κατά της αυτοκρατορίας και η μόλυνση του Ναού από Σαμαρείτες κατά τη γιορτή του Πάσχα.
Είναι γνωστοί οι λόγοι της εξέγερσης του Ιούδα και των Ζηλωτών: Τους ήταν αδύνατο , όπως τονίστηκε και παραπάνω, να δεχτούν τη φορολογία που επέβαλλαν οι κατακτητές και έτσι να θεωρούν ανθρώπους ως κυρίαρχους της άγιας γης , η οποία, όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με την αντίληψή τους, ανήκε μόνο στο Θεό και επομένως μόνο σ’ Αυτόν, δηλ. στο Ναό Του θα έπρεπε να αποδίδεται ο φόρος. Ταυτόχρονα και η απογραφή που είχε διατάξει ο Κυρήνιος, συνδεόμενη και αυτή άμεσα με το ζήτημα του φόρου, δημιουργούσε προϋποθέσεις ώστε όλο και περισσότεροι Ιουδαίοι να πυκνώσουν τις τάξεις των επαναστατών.
Η μόλυνση του Ναού από τους Σαμαρείτες οφείλονταν στο βαθύ μίσος που χώριζε τις δύο περιοχές, την Ιουδαία και τη Σαμάρεια. Στη διάρκεια του εορτασμού του Πάσχα, μόλις άνοιξαν οι πυλώνες του ιερού, άνδρες Σαμαρείτες που είχαν εισχωρήσει κρυφά στην Ιερουσαλήμ, έριξαν κόκαλα στις στοές του Ναού και έτσι μίαναν και αυτόν και τη σημαντικότερη γιορτή του Ιουδαϊσμού.
Χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα άξια να μνημονευτούν , ήταν η διακυβέρνηση της Ιουδαίας από τους υπόλοιπους επιτρόπους μέχρι τον Πόντιο Πιλάτο. Ούτε όμως και οι ίδιοι φαίνεται να έκαναν κάτι σημαντικό, ώστε να αξίζουν μία ιδιαίτερη αναφορά, εκτός βεβαίως της μνείας του ονόματός τους. Με την παντελή απουσία τους από το ιστορικό γίγνεσθαι της περιοχής επιβεβαιώνουν αυτό που τονίστηκε προηγουμένως: η μη ανάμειξη της Ρώμης στα εσωτερικά του Ιουδαϊσμού, εκτός αν επρόκειτο για κάτι πολύ σοβαρό που διακύβευε τα συμφέροντά της , όπως για παράδειγμα η απόφαση κάποιου να αυτοανακηρυχτεί βασιλιάς και συνεπώς αντίπαλός της.
Αυτοί οι επίτροποι ήταν οι Μάρκος Αμβίβουλος (Marcus Ambibulus ή Ambivius, 9- 12 μ. Χ.), Άννιος Ρούφος (Annius Rufus, 12- 15 μ. Χ.), Ουαλέριος Γράτος (Valerius Gratus, 15- 26 μ. Χ.). 

 
 
 
Ο επίτροπος της Ιουδαίας Πόντιος Πιλάτος





Στα χρόνια 26- 36 π. Χ. η Iουδαία γνωρίζει τη διακυβέρνηση του Ποντίου Πιλάτου. Μία αμφιλεγόμενη προσωπικότητα (2) η οποία γνώρισε ακόμη και την αγιοποίηση από την Αιθιοπική εκκλησία. Πάντως οι πράξεις του στην Ιουδαία δε δικαιολογούν αυτή την ενέργεια. Αντίθετα οι πληροφορίες που περιέχονται γι αυτόν στα έργα του Ιώσηπου και του Φίλωνα δείχνουν έναν άνθρωπο που δε διστάζει να θυσιάσει ακόμη και ανθρώπινες ζωές προκειμένου να εξυπηρετήσει τα δικά του συμφέροντα καθώς και αυτά της εξουσίας που ήταν άνθρωπός της , ενώ αφήνουν και υπαινιγμούς για οικειοποίηση από μέρους του χρημάτων που δεν του ανήκαν.
Φαίνεται λοιπόν να είναι απόλυτα πιστός στην αρχή που τον έχει στείλει στην Ιουδαία χωρίς ,όμως να διευκρινίζεται αν η αφοσίωσή του είναι ειλικρινής ή προέρχεται από ιδιοτέλεια και φόβο. Μάλιστα , όπως είναι γνωστό, παρακάμπτονται οι αντιστάσεις του και οδηγεί τον Ιησού στο σταυρό μόνο όταν απειλείται ότι θα καταγγελθεί στη Ρώμη ότι ελευθερώνει κάποιον που ισχυρίζονταν , σύμφωνα με τις καταγγελίες των Ιουδαίων, πως ήταν βασιλιάς και συνεπώς υποκινούσε σε επανάσταση το λαό της Παλαιστίνης. Δηλαδή η συμπεριφορά του υπαγορεύεται από τις πιθανές ευθύνες που θα επέρριπτε ο Τιβέριος σ’ αυτόν και από τις συνέπειες που θα δέχονταν αυτός για την απόφασή του.
Τα έργα του Πιλάτου στην Ιουδαία προκαλούσαν αρκετές φορές το θρησκευτικό αίσθημα του λαού. Προσπάθησε να κάνει αισθητή την παρουσία της ρωμαϊκής ισχύος , ανακατεύθηκε σε ιουδαϊκές θρησκευτικές υποθέσεις διαβλέποντας πως έκρυβαν σπέρματα εξέγερσης.
Πιο συγκεκριμένα μεταφέρει νύχτα στην Ιερουσαλήμ εικόνες του αυτοκράτορα, τις σημαίες, σύμβολα της εξουσίας. Αυτό προκαλεί μεγάλη ταραχή την άλλη ημέρα ανάμεσα στους ιουδαίους. Συγκεντρώνονται όλοι, γιατί ο νόμος απαγορεύει τα “δίκηλα” στην ιερή πόλη. Πηγαίνουν στην Καισάρεια και τον ικετεύουν να βγάλει τις εικόνες , σεβόμενος τις πάτριες αρχές. Ο Πιλάτος αρνείται και τότε αυτοί καθισμένοι γύρω από τον οίκο του περιμένουν πέντε ημέρες και πέντε νύχτες.
Στρατιώτες τους περικυκλώνουν και ο επίτροπος απειλεί πως θα τους σκοτώσει αν δεν αποδεχτούν τις εικόνες του Καίσαρα. Μάλιστα οι στρατιώτες για να κάνουν πιο πειστικά τα λόγια του βγάζουν τα ξίφη τους. Οι ιουδαίοι όμως, όλοι μαζί, γυμνώνουν τους αυχένες τους και φωνάζουν πως προτιμούν να χάσουν το κεφάλι τους παρά να παραβούν το νόμο. Τότε ο επίτροπος θαύμασε την προσκόλλησή τους στις πάτριες παραδόσεις και διατάζει να βγάλουν τα αυτοκρατορικά σύμβολα από την Ιερουσαλήμ και να τα φέρουν στην Καισάρεια. Εξαιτίας αυτού οι κατοπινοί ηγεμόνες δεν τόλμησαν στο εξής να κάνουν κάτι παρόμοιο.
Υπεύθυνος και άλλης όμως αναταραχής γίνεται ο Πιλάτος: Συγκεκριμένα θέλει να κατασκευάσει υδραγωγείο στα Ιεροσόλυμα μεταφέροντας ύδατα από ένα σημείο που απείχε από την πόλη 400 στάδια. Για το σκοπό αυτό θέλει να πάρει χρήματα από το ταμείο του Ναού, τον κορβωνά. Ξεσηκώνονται τότε οι ιουδαίοι και αρχίζουν να φωνάζουν εκδηλώνοντας έτσι τη δυσαρέσκειά τους για την προσπάθεια αφαίμαξης χρημάτων από το ιερό. Τότε αυτός τοποθετεί ανάμεσά τους ένοπλους στρατιώτες με πολιτική περιβολή , οι οποίοι αρχίζουν να χτυπούν το πλήθος με ξύλα, αφού προηγουμένως αυτός δίνει το σύνθημα από το βήμα του πραιτορίου. Πολλοί ιουδαίοι πληγώνονται και άλλοι χάνουν και τη ζωή τους αφού καταπατήθηκαν από τους πανικόβλητους συμπατριώτες τους. Οι υπόλοιποι βλέποντας τη συμφορά υποχωρούν.
Ο Πιλάτος όμως φανερώνει και πάλι το στυγνό πρόσωπο της εξουσίας του: Ψευδομεσσίας προσκαλεί το λαό να τον ακολουθήσει στο όρος Γαριζείν ισχυριζόμενος πως θα αποκαλύψει ιερά σκεύη που είχε κρύψει εκεί ο Μωϋσής. Πράγματι ανταποκρίνονται στο κάλεσμά του και με όπλα αρκετοί συγκεντρώνονται σε μία κωμόπολη ονόματι Τιραναθά. Ο Πιλάτος που υποψιάζεται – μάλλον όχι άδικα- εξέγερση φτάνει με τους στρατιώτες του και διαλύει βίαια τους συγκεντρωμένους σκοτώνοντας ταυτόχρονα τους επικεφαλής.
Με όλα τα παραπάνω συγκεντρώνει στο πρόσωπό του πολλές αντιπάθειες. Τον κατηγορούν και ανακαλείται στη Ρώμη. Έτσι τελειώνει μετά από δέκα χρόνια η επιτροπεία του σ’ αυτή την ταραγμένη γωνιά της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. 
Χαρακτηριστική για τον Πιλάτο είναι η παρατήρηση του Φίλωνα στο έργο του “ Πρεσβεία προς Γάϊον”: “ την φύσιν ακαμπής και μετά του αυθάδους αμείλικτος” (ΧΧΧVΙΙΙ 301) δηλ. αλύγιστος, μίγμα ισχυρογνωμοσύνης και σκληρότητας. Βέβαια σ’ ένα έργο σαν αυτό του ιουδαίου φιλοσόφου που είχε σκοπό να κολακέψει τους αυτοκράτορες είναι φυσικό να υπερτονίζονται τα ελαττώματα των υφισταμένων τους, εκτελεστικών οργάνων, ώστε αυτοί να αποποιηθούν οποιαδήποτε ευθύνη για τις μελανές σελίδες της διακυβέρνησής τους. Πάντως η παραπάνω κρίση φαίνεται να είναι σωστή αν ληφθούν υπόψη τα γραφόμενα για τις ημέρες του στην Παλαιστίνη.
Πρωταγωνιστικός φαίνεται να είναι ο ρόλος του Πιλάτου στη δίκη του Ιησού. Βέβαια το συμπέρασμα που βγαίνει από τις σχετικές διηγήσεις είναι πως κατεξοχήν υπεύθυνοι για τη σταύρωση είναι οι Ιουδαίοι. Οι ρωμαίοι και ο επίτροπος φαίνονται να οδηγούνται από τις εξελίξεις και από την πίεση που ασκούν για καταδικαστική απόφαση οι άνθρωποι που καθοδηγούνται από τους θεωρούμενους εκπροσώπους του Θεού . Ουσιαστικά οι αφηγήσεις του Πάθους τονίζουν πως διεξάγεται ένας αγώνας ερήμην των κατακτητών που παραμένουν οι θεατές των δρώμενων μη μπορώντας να αρθρώσουν λόγο που να μπορεί να ανατρέψει μία προκαθορισμένη πορεία.
Η στάση του Πιλάτου όταν ο Ιησούς οδηγείται ενώπιον του είναι από αδιάφορη μέχρι και συγκαταβατική –φιλική θα έλεγε κανείς - για το πρόσωπο του Κυρίου. Αν και δείχνει να έχει πειστεί για την αθωότητα του Χριστού δεν είναι όμως διατεθειμένος να αναλάβει την ευθύνη της απελευθέρωσής Του γιατί δε φαίνεται να τον ενδιαφέρει η λάμψη της αλήθειας (πρβλ. το ερώτημά του “τι εστίν αλήθεια;” Ιωαν. 18, 38) αλλά η υποταγή της στο προσωπικό του συμφέρον, που στη συγκεκριμένη περίπτωση είχε να κάνει με τη διάσωση της εξουσίας του η οποία κινδύνευε από τους ιουδαίους που απειλούσαν πως θα τον κατήγγειλαν στη Ρώμη αν ελευθέρωνε κάποιον που διακήρυττε πως είναι βασιλιάς δηλαδή αντίπαλος του Καίσαρα και της αυτοκρατορίας.

 
 
 
Γαλιλαία και Ηρώδης Αντίπας





Το μεγαλύτερο μέρος της δράσης του Ιησού, όπως διηγούνται κυρίως τα συνοπτικά ευαγγέλια, τοποθετείται στην Γαλιλαία. Σ’ αυτή την εύφορη και πολυάνθρωπη, όπως μαρτυρεί ο Ιώσηπος ( Ιουδ. Πόλ. ΙΙΙ 42), περιοχή, διδάσκει με το κήρυγμα, τις παραβολές και τα θαύματα για τη Βασιλεία του Θεού.
Ηγέτης της Γαλιλαίας από το 4 π. Χ. ως το 39 μ. Χ είναι ο Ηρώδης Αντίπας. Η περιοχή του είχε δοθεί σύμφωνα με τη διαθήκη του πατέρα του Ηρώδη και φυσικά με τη συγκατάθεση των Ρωμαίων. Ταυτόχρονα με την ίδια διαθήκη του δίδεται και η περιοχή της Περαίας και εισόδημα διακοσίων ταλάντων ( Ιώσηπος, Ιουδ. Πολ. ΙΙ 95).
Από τα ευαγγέλια γνωστός είναι κυρίως ο ρόλος που έπαιξε στη σύλληψη και τη θανάτωση του Ιωάννη του Βαπτιστή καθώς και η αφορμή για τα παραπάνω. (Ματθ. 14, 1 –12 και τα παράλληλα Μκ. 6, 14 –29, Λκ. 9, 7 – 9).Ωστόσο ο Ιώσηπος παρουσιάζει έναν διαφορετικό λόγο σύλληψης του Προδρόμου. Συγκεκριμένα θεωρεί πως ο Αντίπας τον φοβήθηκε γιατί προέτρεπε το λαό σε στάση εναντίον του. Πάντως εξαιτίας του γάμου του Αντίπα με την Ηρωδιάδα ο πατέρας της πρώτης του γυναίκας βασιλιάς της Πετραίας Αρέτας του κηρύσσει τον πόλεμο.
Εμφανίζεται στο ευαγγέλιο του Λουκά ζητώντας να γνωρίσει τον Ιησού (9, 9) ενώ στην αφήγηση των γεγονότων του Πάθους από τον τρίτο ευαγγελιστή, ο Πιλάτος στέλνει τον Ιησού στον Ηρώδη, ο οποίος μάλιστα του υποβάλλει πολλές ερωτήσεις (23, 6 – 12).
Γνωστός είναι ακόμη ο χαρακτηρισμός του Κυρίου γι’ αυτόν (“αλώπηξ” Λκ. 13, 12: είπατε τη αλώπεκι ταύτη).Ο χαρακτηρισμός φανερώνει σύμφωνα με τον καθηγητή Σ. Αγουρίδη (3) “το ταπεινό και χαμηλό επίπεδο του χαρακτήρα του, γιατί στην ιουδαϊκή γραμματεία το λιοντάρι είναι το αντίθετο της αλεπούς”.
Τον Ηρώδη Αντίπα η Ρώμη τον αναγορεύει τετράρχη ( ο τίτλος δίνονταν σε ηγεμονίσκους που κυβερνούσαν μικρές περιοχές υπό την κηδεμονία της αυτοκρατορίας) ο Μάρκος όμως του αποδίδει τον τίτλο του βασιλιά (6, 14). Αν και είχε καλές σχέσεις με τα όργανα της αυτοκρατορίας φρόντιζε ταυτόχρονα να μην ερεθίζει τα θρησκευτικά αισθήματα των υπηκόων του. Έτσι ποτέ δεν έκοψε νόμισμα με τα ρωμαϊκά εμβλήματα ενώ από το ευαγγέλιο του Ματθαίου (17, 24) είναι γνωστό πως εισπράκτορες του φόρου για το Ναό περιόδευαν τη Γαλιλαία για να τον εισπράξουν.
Πιστός στην παράδοση των Ηρωδών ιδρύει στη Γαλιλαία την πόλη Τιβεριάδα και αναγκάζει πολλούς Γαλιλαίους με παροχές ή απειλές να την κατοικήσουν. Αυτοί την απέφευγαν γιατί στην περιοχή υπήρχε παλαιότερα νεκροταφείο. Παράλληλα στην Περαία ιδρύει την Ιουλία.
Η φιλοδοξία της Ηρωδιάδας σήμανε το τέλος της εξουσίας του. Τον έπεισε να ζητήσει από τη Ρώμη τον τίτλο του βασιλιά. Ο Καλιγούλας τότε του αφαιρεί την εξουσία και τον εξορίζει στο Λούγδουνο της Γαλλίας .
…………………………………………………………………………………………..
Αυτές ήταν λοιπόν το πολιτικό πλαίσιο της δράσης του Ιησού Χριστού. Όλα εξαρτώνταν από την θέληση των Ρωμαίων. Οι τοπικοί ηγεμονίσκοι, οι “πελάτες της” στην περιοχή, προσπαθούσαν να κερδίσουν την εύνοια του αυτοκράτορα ενώ οι επίτροποι της Ιουδαίας και της Σαμάρειας , υπάλληλοι της κοσμοκράτειρας, δεν έδειξαν τίποτα σπουδαίο ώστε να αξίζουν περισσότερο σχολιασμό από την ιστορία. Τα ονόματά τους και η δράση τους μνημονεύονται μόνο και μόνο γιατί συνδέθηκαν με το έργο του Κυρίου.

 
 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: (1). Am – Haarez δηλ. άνθρωποι της γης. Επρόκειτο για ανάμεικτους πληθυσμούς από Σαμαρείτες, Αραμαίους, Φιλισταίους, Μεσοποτάμιους που αδιαφορούσαν για την τήρηση του Νόμου και ήταν προσκολλημένοι σε δεισιδαιμονίες και προλήψεις. Βλέπε και Ντ. Ροπς, 1988, σελ.178, Χρ. Βούλγαρη : “Εσκυλμένοι και ερριμένοι”. Παρακμή και κατάπτωσις του Ιουδαϊσμού κατά τους χρόνους της Καινής Διαθήκης. Στην Επιστ. Επετηρίδα Θεολ. Σχολής Παν. Αθηνών, τόμος ΚΔ, εν Αθήναις 1979 –80, σελ.533 –34.
(2). Χαρακτηριστική είναι και η προσπάθεια της πρώτης εκκλησίας, όπως τουλάχιστο αντικατοπτρίζεται στα ευαγγελικά κείμενα, να αποσείσουν κάθε ευθύνη από τον Πιλάτο και τις ρωμαϊκές αρχές γενικότερα, για τη σταύρωση του Ιησού. Αποκλειστικά υπεύθυνες θεωρούνται οι ιουδαϊκές αρχές
(3). Σ. Αγουρίδη 1980, σελ. 271
 
 
 
 
 
 
Α. ΠΗΓΕΣ: 
  1. Καινή Διαθήκη, Το πρωτότυπο κείμενο με νεοελληνική δημοτική μετάφραση των καθηγητών Σ. Αγουρίδη, Π. Βασιλειάδη, Ι. Γαλάνη, Γ. Γαλίτη, Ι. Καραβιδόπουλου, Β. Στογιάννου, Αθήνα 1985
  2. Ιώσηπος: Ιουδαϊκός Πόλεμος, εκδ. Loeb, 1989 (6η έκδοση)
  3. Ιώσηπος: Iουδαϊκή Αρχαιολογία (κυρίως το βιβλίο ΧVIII) εκδ. Loeb, 1996 (5η έκδοση
  4. Φίλων: Πρεσβεία προς Γάϊον, εκδ. Loeb, 1962

 
  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ( βασική-ελληνική) 
  1. Αγουρίδη Σ.:Ιστορία των χρόνων της Καινής Διαθήκης, Θεσσαλονίκη 1980
  2. Γαλίτη Γ. Ιστορία εποχής της Καινής Διαθήκης, Θεσσαλονίκη 1991 (4η έκδοση)
  3. Ροπς Ντ. Η καθημερινή ζωή στην Παλαιστίνη στους χρόνους του Χριστού, μετ. Έλλης Αγγέλου, Αθήνα 1988.
  4. Σάντερς Ε. Π. Το ιστορικό πρόσωπο του Ιησού, μετάφραση Γιώργος Βλάχος, Αθήνα 1988